Contionary:λάσκετι

Revision as of 22:51, 14 May 2026 by Dillon (talk | contribs)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)

Oltic

Etymology

From Middle Oltic δαλσκετι, from Old Oltic δαλσκετι, from Proto-Celtic *dalsketi, from Proto-Indo-European *delǵʰ-.

Pronunciation

Verb

λάσκετι (lásketi) (Cyrillic spelling ласћети)

  1. to catch
    Νῖσι, δάγον έσσι, νῆνος σοῦγνηϝος ές σό τού λάσκου χρις βρούσνησι.
    Ni͂si, dágon éssi, nē͂nos sou͂gnēwos és só toú láskou chris vroúsnēsi.
    No, it's okay, I'm just glad I caught you before you got hurt.
  2. to deliver
    Ϝῆρηνεν κάραντος μί λάσκομνησσι σϝὲραγνους.
    Wē͂rēnen kárantos mí láskomnēssi swèragnous.
    I had a friend pick up pork rinds for me.

Conjugation

λάσκετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres λάσκου λάσκεσι λάσκετι λάσκομου λάσκετε λάσκοντι λάσκοντος λάσκϝος
pst.pfv λάσκτου λάσκτες λάσκτ λάσκτομου λάσκτετε λάσκτον λάσκομνος
pst.ipfv λάσκενεν λάσκιτου λάσκε λάσκεμες λάσκετες λάσκεντες
fut.pfv λάσκην λάσκησι λάσκητι λάσκημες λάσκητε λάσκηντι
fut.ipfv λάσκητεν λάσκητεσι λάσκητετι λάσκητεμες λάσκητετε λάσκητεντι
mid pres λάσκου λάσκετα λάσκετο λάσκομο λάσκεϝε λάσκοντο λάσκετιος
pst.pfv λάσκτο λάσκτουνς λάσκτος λάσκτουος
pst.ipfv λάσκετει λάσκεντις λάσκζος
fut.pfv λάσκη λάσκητα λάσκητο λάσκημο λάσκηϝε λάσκηντο
fut.ipfv λάσκητε λάσκητετα λάσκητετο λάσκητεμο λάσκητεϝε λάσκητεντο
imp act λάσκι λάσκετις
mid λάσκετα λάσκεϝε