Contionary:αγκρούντατι

Oltic

Etymology

From Romanian încrunta

Pronunciation

  • Lua error in Module:IPA at line 483: Invalid IPA: replace g with ɡ.

Verb

αγκρούντατι (ankroúntati) (Cyrillic spelling ангрундати)

  1. to frown, to scowl
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
αγκρούντατι conjugation (2nd) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres αγκρούντα αγκρούντασι αγκρούντατι αγκρούντομου αγκρούντατε αγκρούντοντι αγκρούντοντος αγκρούντϝος
pst.pfv αγκρούντου αγκρούντες αγκρούντ αγκρούντομου αγκρούντετε αγκρούντον αγκρούντομνος
pst.ipfv αγκρούντανεν αγκρούντιτου αγκρούντα αγκρούνταμες αγκρούντατες αγκρούνταντες
fut.pfv αγκρούντην αγκρούντησι αγκρούντητι αγκρούντημες αγκρούντητε αγκρούντηντι
fut.ipfv αγκρούντητεν αγκρούντητεσι αγκρούντητετι αγκρούντητεμες αγκρούντητετε αγκρούντητεντι
mid pres αγκρούντου αγκρούντατα αγκρούντατο αγκρούντομο αγκρούνταϝε αγκρούντοντο αγκρούντατιος
pst.pfv αγκρούντο αγκρούντουνς αγκρούντος αγκρούντουος
pst.ipfv αγκρούντατει αγκρούνταντις αγκρούντζος
fut.pfv αγκρούντη αγκρούντητα αγκρούντητο αγκρούντημο αγκρούντηϝε αγκρούντηντο
fut.ipfv αγκρούντητε αγκρούντητετα αγκρούντητετο αγκρούντητεμο αγκρούντητεϝε αγκρούντητεντο
imp act αγκρούντι αγκρούντατις
mid αγκρούντατα αγκρούνταϝε