Contionary:αῖξετι

Oltic

Etymology

From Middle Oltic αιξετι, from Old Oltic αιξετι, from Proto-Celtic *aixseti, from Proto-Indo-European *h₂eyḱ-

Pronunciation

Verb

αῖξετι (ai͂xeti) (Cyrillic spelling ѣхсети)

  1. to horde, to guard belongings
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
αῖξετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres αῖξου αῖξεσι αῖξετι αῖξομου αῖξετε αῖξοντι αῖξοντος αῖξϝος
pst.pfv αῖξτου αῖξτες αῖξτ αῖξτομου αῖξτετε αῖξτον αῖξομνος
pst.ipfv αῖξενεν αῖξιτου αῖξε αῖξεμες αῖξετες αῖξεντες
fut.pfv αῖξην αῖξησι αῖξητι αῖξημες αῖξητε αῖξηντι
fut.ipfv αῖξητεν αῖξητεσι αῖξητετι αῖξητεμες αῖξητετε αῖξητεντι
mid pres αῖξου αῖξετα αῖξετο αῖξομο αῖξεϝε αῖξοντο αῖξετιος
pst.pfv αῖξτο αῖξτουνς αῖξτος αῖξτουος
pst.ipfv αῖξετει αῖξεντις αῖξζος
fut.pfv αῖξη αῖξητα αῖξητο αῖξημο αῖξηϝε αῖξηντο
fut.ipfv αῖξητε αῖξητετα αῖξητετο αῖξητεμο αῖξητεϝε αῖξητεντο
imp act αῖξι αῖξετις
mid αῖξετα αῖξεϝε