Contionary:βρίκος

Oltic

Etymology

From Middle Oltic βρικος, from Old Oltic βρικος, from Proto-Celtic *brikkos, from Proto-Indo-European *perḱ-

Pronunciation

Adjective

βρίκος (vríkos) (Cyrillic spelling врикос)

  1. speckled, spotted
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
βρίκος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom βρίκος βρίκοι βρίκη βρίκης βρίκον βρίκη
voc βρίκε
acc βρίκον βρίκους βρίκην
gen βρίκι βρίκον βρίκης βρίκον βρίκι βρίκον
indef nom βρίκοσες βρίκοις βρίκησι βρίκησσι βρίκονεδ βρίκηδ
voc βρίκες
acc βρίκονες βρίκουσες βρίκηνσι
gen βρίκις βρίκονες βρίκησσι βρίκονσι βρίκιδ βρίκονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom βρίκιος βρίκιοι βρίκιη βρίκιης βρίκιον βρίκιη
voc βρίκιε
acc βρίκιον βρίκιους βρίκιην
gen βρίκιι βρίκιον βρίκιης βρίκιον βρίκιι βρίκιον
indef nom βρίκιοσες βρίκιοις βρίκιησι βρίκιησσι βρίκιονεδ βρίκιηδ
voc βρίκιες
acc βρίκιονες βρίκιουσες βρίκιηνσι
gen βρίκιις βρίκιονες βρίκιησσι βρίκιονσι βρίκιιδ βρίκιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom βρίκαμος βρίκαμοι βρίκαμη βρίκαμης βρίκαμον βρίκαμη
voc βρίκαμε
acc βρίκαμον βρίκαμους βρίκαμην
gen βρίκαμι βρίκαμον βρίκαμης βρίκαμον βρίκαμι βρίκαμον
indef nom βρίκαμοσες βρίκαμοις βρίκαμησι βρίκαμησσι βρίκαμονεδ βρίκαμηδ
voc βρίκαμες
acc βρίκαμονες βρίκαμουσες βρίκαμηνσι
gen βρίκαμις βρίκαμονες βρίκαμησσι βρίκαμονσι βρίκαμιδ βρίκαμονεδ