Contionary:γούτητι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

γούτος (goútos) +‎ -ητι (-ēti)

Pronunciation

Verb

γούτητι (goútēti) (Cyrillic spelling гутѣти)

  1. to voice, to make heard
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
  2. to vote
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
γούτητι conjugation (3rd) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres γούτη γούτησι γούτητι γούτημου γούτητε γούτηντι γούτηντος γούτηϝος
pst.pfv γούτησσου γούτησσι γούτησσομου γούτησσετε γούτησσον γούτημνος
pst.ipfv γούτηνεν γούτητου γούτη γούτημες γούτητες γούτηντες
fut.pfv γούτιζημι γούτιζησι γούτιζητι γούτιζημος γούτιζητε γούτιζηντι
fut.ipfv γούτιζητεμι γούτιζητεσι γούτιζητετι γούτιζητεμος γούτιζητετε γούτιζητεντι
mid pres γούτη γούτητα γούτητο γούτημο γούτηϝε γούτηντο γούτητιος
pst.pfv γούτητουνς γούτητος γούτητουος
pst.ipfv γούτητει γούτηντις γούτηζος
fut.pfv γούτιζη γούτιζητα γούτιζητο γούτιζημο γούτιζηϝε γούτιζηντο
fut.ipfv γούτιζητε γούτιζητετα γούτιζητετο γούτιζητεμο γούτιζητεϝε γούτιζητεντο
imp act γούτη γούτητις
mid γούτητρις γούτηϝε