Contionary:γρέγετι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic ϝρεγετι, from Old Oltic ϝρεγετι, from Proto-Celtic *wregeti, from Proto-Indo-European *werǵ-

Pronunciation

Verb

γρέγετι (grégeti) (future stem ϝυίριξ-, Cyrillic spelling жејети)

  1. to make, to create, to originate
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
γρέγετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres γρέγου γρέγεσι γρέγετι γρέγομου γρέγετε γρέγοντι γρέγοντος γρέγϝος
pst.pfv γρέκτου γρέκτες γρέκτ γρέκτομου γρέκτετε γρέκτον γρέγομνος
pst.ipfv γρέγενεν γρέγιτου γρέγε γρέγεμες γρέγετες γρέγεντες
fut.pfv ϝυίριξην ϝυίριξησι ϝυίριξητι ϝυίριξημες ϝυίριξητε ϝυίριξηντι
fut.ipfv ϝυίριξητεν ϝυίριξητεσι ϝυίριξητετι ϝυίριξητεμες ϝυίριξητετε ϝυίριξητεντι
mid pres γρέγου γρέγετα γρέγετο γρέγομο γρέγεϝε γρέγοντο γρέγετιος
pst.pfv γρέκτο γρέκτουνς γρέκτος γρέκτουος
pst.ipfv γρέγετει γρέγεντις γρέγζος
fut.pfv ϝυίριξη ϝυίριξητα ϝυίριξητο ϝυίριξημο ϝυίριξηϝε ϝυίριξηντο
fut.ipfv ϝυίριξητε ϝυίριξητετα ϝυίριξητετο ϝυίριξητεμο ϝυίριξητεϝε ϝυίριξητεντο
imp act γρέγι γρέγετις
mid γρέγετα γρέγεϝε