Contionary:δὶξλουγγετι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic διξλουγγετι, from Old Oltic διξλουγγετι, from Proto-Celtic *dīexslungeti (see *dī- and *exs), from Proto-Indo-European *de*h₁eǵʰs*lewg-

Pronunciation

  • IPA(key): [ðǐxsɫuⁿd͡ʑetieti]

Verb

δὶξλουγγετι (dìxloungeti) (future stem δὶξλιχ-, Cyrillic spelling дихслуђети)

  1. to set free, to release
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
δὶξλουγγετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres δὶξλουγγου δὶξλουγγεσι δὶξλουγγετι δὶξλουγγομου δὶξλουγγετε δὶξλουγγοντι δὶξλουγγοντος δὶξλουγγϝος
pst.pfv δὶξλουγκτου δὶξλουγκτες δὶξλουγκτ δὶξλουγκτομου δὶξλουγκτετε δὶξλουγκτον δὶξλουγγομνος
pst.ipfv δὶξλουγγενεν δὶξλουγγιτου δὶξλουγγε δὶξλουγγεμες δὶξλουγγετες δὶξλουγγεντες
fut.pfv δὶξλιχην δὶξλιχησι δὶξλιχητι δὶξλιχημες δὶξλιχητε δὶξλιχηντι
fut.ipfv δὶξλιχητεν δὶξλιχητεσι δὶξλιχητετι δὶξλιχητεμες δὶξλιχητετε δὶξλιχητεντι
mid pres δὶξλουγγου δὶξλουγγετα δὶξλουγγετο δὶξλουγγομο δὶξλουγγεϝε δὶξλουγγοντο δὶξλουγγετιος
pst.pfv δὶξλουγκτο δὶξλουγκτουνς δὶξλουγκτος δὶξλουγκτουος
pst.ipfv δὶξλουγγετει δὶξλουγγεντις δὶξλουγγζος
fut.pfv δὶξλιχη δὶξλιχητα δὶξλιχητο δὶξλιχημο δὶξλιχηϝε δὶξλιχηντο
fut.ipfv δὶξλιχητε δὶξλιχητετα δὶξλιχητετο δὶξλιχητεμο δὶξλιχητεϝε δὶξλιχητεντο
imp act δὶξλουγγι δὶξλουγγετις
mid δὶξλουγγετα δὶξλουγγεϝε