Contionary:ιμπλούκετι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic ιμπουλκετι, from Old Oltic ιμπουλκετι, from Latin infulciō

Pronunciation

Verb

ιμπλούκετι (imploúketi) (Cyrillic spelling имблућети)

  1. to cram, to stuff, to crowd
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
ιμπλούκετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres ιμπλούκου ιμπλούκεσι ιμπλούκετι ιμπλούκομου ιμπλούκετε ιμπλούκοντι ιμπλούκοντος ιμπλούκϝος
pst.pfv ιμπλούκτου ιμπλούκτες ιμπλούκτ ιμπλούκτομου ιμπλούκτετε ιμπλούκτον ιμπλούκομνος
pst.ipfv ιμπλούκενεν ιμπλούκιτου ιμπλούκε ιμπλούκεμες ιμπλούκετες ιμπλούκεντες
fut.pfv ιμπλούκην ιμπλούκησι ιμπλούκητι ιμπλούκημες ιμπλούκητε ιμπλούκηντι
fut.ipfv ιμπλούκητεν ιμπλούκητεσι ιμπλούκητετι ιμπλούκητεμες ιμπλούκητετε ιμπλούκητεντι
mid pres ιμπλούκου ιμπλούκετα ιμπλούκετο ιμπλούκομο ιμπλούκεϝε ιμπλούκοντο ιμπλούκετιος
pst.pfv ιμπλούκτο ιμπλούκτουνς ιμπλούκτος ιμπλούκτουος
pst.ipfv ιμπλούκετει ιμπλούκεντις ιμπλούκζος
fut.pfv ιμπλούκη ιμπλούκητα ιμπλούκητο ιμπλούκημο ιμπλούκηϝε ιμπλούκηντο
fut.ipfv ιμπλούκητε ιμπλούκητετα ιμπλούκητετο ιμπλούκητεμο ιμπλούκητεϝε ιμπλούκητεντο
imp act ιμπλούκι ιμπλούκετις
mid ιμπλούκετα ιμπλούκεϝε