Contionary:κάρετι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic καρετι, from Old Oltic καρετι, from Proto-Celtic *kareti, from Proto-Indo-European *keh₂-

Pronunciation

Verb

κάρετι (káreti) (future stem κίκρασ-, Cyrillic spelling карети)

  1. to desire, to wish, to want, to hope
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
κάρετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres κάρου κάρεσι κάρετι κάρομου κάρετε κάροντι κάροντος κάρϝος
pst.pfv κάρτου κάρτες κάρτ κάρτομου κάρτετε κάρτον κάρομνος
pst.ipfv κάρενεν κάριτου κάρε κάρεμες κάρετες κάρεντες
fut.pfv κίκρασην κίκρασησι κίκρασητι κίκρασημες κίκρασητε κίκρασηντι
fut.ipfv κίκρασητεν κίκρασητεσι κίκρασητετι κίκρασητεμες κίκρασητετε κίκρασητεντι
mid pres κάρου κάρετα κάρετο κάρομο κάρεϝε κάροντο κάρετιος
pst.pfv κάρτο κάρτουνς κάρτος κάρτουος
pst.ipfv κάρετει κάρεντις κάρζος
fut.pfv κίκραση κίκρασητα κίκρασητο κίκρασημο κίκρασηϝε κίκρασηντο
fut.ipfv κίκρασητε κίκρασητετα κίκρασητετο κίκρασητεμο κίκρασητεϝε κίκρασητεντο
imp act κάρι κάρετις
mid κάρετα κάρεϝε