Contionary:κάχτος

Oltic

Etymology

From Middle Oltic καχτος, from Old Oltic καχτος, from Proto-Celtic *kaxtos, from Proto-Indo-European *kap-

Pronunciation

Adjective

κάχτος (káchtos) (Cyrillic spelling кахтос)

  1. captive, bound
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
κάχτος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom κάχτος κάχτοι κάχτη κάχτης κάχτον κάχτη
voc κάχτε
acc κάχτον κάχτους κάχτην
gen κάχτι κάχτον κάχτης κάχτον κάχτι κάχτον
indef nom κάχτοσες κάχτοις κάχτησι κάχτησσι κάχτονεδ κάχτηδ
voc κάχτες
acc κάχτονες κάχτουσες κάχτηνσι
gen κάχτις κάχτονες κάχτησσι κάχτονσι κάχτιδ κάχτονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom κάχτιος κάχτιοι κάχτιη κάχτιης κάχτιον κάχτιη
voc κάχτιε
acc κάχτιον κάχτιους κάχτιην
gen κάχτιι κάχτιον κάχτιης κάχτιον κάχτιι κάχτιον
indef nom κάχτιοσες κάχτιοις κάχτιησι κάχτιησσι κάχτιονεδ κάχτιηδ
voc κάχτιες
acc κάχτιονες κάχτιουσες κάχτιηνσι
gen κάχτιις κάχτιονες κάχτιησσι κάχτιονσι κάχτιιδ κάχτιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom κάχταμος κάχταμοι κάχταμη κάχταμης κάχταμον κάχταμη
voc κάχταμε
acc κάχταμον κάχταμους κάχταμην
gen κάχταμι κάχταμον κάχταμης κάχταμον κάχταμι κάχταμον
indef nom κάχταμοσες κάχταμοις κάχταμησι κάχταμησσι κάχταμονεδ κάχταμηδ
voc κάχταμες
acc κάχταμονες κάχταμουσες κάχταμηνσι
gen κάχταμις κάχταμονες κάχταμησσι κάχταμονσι κάχταμιδ κάχταμονεδ

Derived terms