Contionary:κέγγετι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic κεγγετι, from Old Oltic κεγγετι, from Proto-Celtic *kengeti, from Proto-Indo-European *ǵʰengʰ-

Pronunciation

  • IPA(key): [t͡ɕéⁿd͡ʑeti]

Verb

κέγγετι (kéngeti) (future stem κίκαγξ-, Cyrillic spelling ћеђети)

  1. to step, to walk
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
κέγγετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres κέγγου κέγγεσι κέγγετι κέγγομου κέγγετε κέγγοντι κέγγοντος κέγγϝος
pst.pfv κέγκτου κέγκτες κέγκτ κέγκτομου κέγκτετε κέγκτον κέγγομνος
pst.ipfv κέγγενεν κέγγιτου κέγγε κέγγεμες κέγγετες κέγγεντες
fut.pfv κίκαγξην κίκαγξησι κίκαγξητι κίκαγξημες κίκαγξητε κίκαγξηντι
fut.ipfv κίκαγξητεν κίκαγξητεσι κίκαγξητετι κίκαγξητεμες κίκαγξητετε κίκαγξητεντι
mid pres κέγγου κέγγετα κέγγετο κέγγομο κέγγεϝε κέγγοντο κέγγετιος
pst.pfv κέγκτο κέγκτουνς κέγκτος κέγκτουος
pst.ipfv κέγγετει κέγγεντις κέγγζος
fut.pfv κίκαγξη κίκαγξητα κίκαγξητο κίκαγξημο κίκαγξηϝε κίκαγξηντο
fut.ipfv κίκαγξητε κίκαγξητετα κίκαγξητετο κίκαγξητεμο κίκαγξητεϝε κίκαγξητεντο
imp act κέγγι κέγγετις
mid κέγγετα κέγγεϝε