Contionary:κίπερις

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Albanian Shqipëri

Pronunciation

Adjective

κίπερις (kíperis) (Cyrillic spelling ћиперис)

  1. (archaic, offensive) gullible, easily confused
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
κίπερις declension (i-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom κίπερις κίπερις κίπερις κίπερις κίπερι κίπεριη
voc κίπερι κίπερι
acc κίπεριν κίπεριν
gen κίπερεις κίπεριον κίπερεις κίπεριον κίπερεις κίπεριον
indef nom κίπερισες κίπερισες κίπερισσι κίπερισσι κίπεριδ κίπεριηδ
voc κίπερις κίπερισι
acc κίπερινες κίπερινσι
gen κίπερεισες κίπεριονες κίπερεισσι κίπεριονσι κίπερεισεδ κίπεριονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom κίπεριις κίπεριις κίπεριις κίπεριις κίπεριι κίπεριη
voc κίπεριι κίπεριι
acc κίπεριιν κίπεριιν
gen κίπεριεις κίπεριον κίπεριεις κίπεριον κίπεριεις κίπεριον
indef nom κίπεριισες κίπεριισες κίπεριισσι κίπεριισσι κίπεριιδ κίπεριηδ
voc κίπεριις κίπεριισι
acc κίπεριινες κίπεριινσι
gen κίπεριεισες κίπεριονες κίπεριεισσι κίπεριονσι κίπεριεισεδ κίπεριονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom κίπεραμις κίπεραμις κίπεραμις κίπεραμις κίπεραμι κίπεραμιη
voc κίπεραμι κίπεραμι
acc κίπεραμιν κίπεραμιν
gen κίπεραμεις κίπεραμιον κίπεραμεις κίπεραμιον κίπεραμεις κίπεραμιον
indef nom κίπεραμισες κίπεραμισες κίπεραμισσι κίπεραμισσι κίπεραμιδ κίπεραμιηδ
voc κίπεραμις κίπεραμισι
acc κίπεραμινες κίπεραμινσι
gen κίπεραμεισες κίπεραμιονες κίπεραμεισσι κίπεραμιονσι κίπεραμεισεδ κίπεραμιονεδ