Contionary:κνούχτος

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic κνούχτος, from Old Oltic κνούχτος, from Proto-Celtic *knuxtos (see *knukkos)

Pronunciation

Adjective

κνούχτος (knoúchtos) (Cyrillic spelling кнухтос)

  1. hilly, rugged
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
  2. (derogatory) rural, backward, backwater, uncivilized
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
κνούχτος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom κνούχτος κνούχτοι κνούχτη κνούχτης κνούχτον κνούχτη
voc κνούχτε
acc κνούχτον κνούχτους κνούχτην
gen κνούχτι κνούχτον κνούχτης κνούχτον κνούχτι κνούχτον
indef nom κνούχτοσες κνούχτοις κνούχτησι κνούχτησσι κνούχτονεδ κνούχτηδ
voc κνούχτες
acc κνούχτονες κνούχτουσες κνούχτηνσι
gen κνούχτις κνούχτονες κνούχτησσι κνούχτονσι κνούχτιδ κνούχτονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom κνούχτιος κνούχτιοι κνούχτιη κνούχτιης κνούχτιον κνούχτιη
voc κνούχτιε
acc κνούχτιον κνούχτιους κνούχτιην
gen κνούχτιι κνούχτιον κνούχτιης κνούχτιον κνούχτιι κνούχτιον
indef nom κνούχτιοσες κνούχτιοις κνούχτιησι κνούχτιησσι κνούχτιονεδ κνούχτιηδ
voc κνούχτιες
acc κνούχτιονες κνούχτιουσες κνούχτιηνσι
gen κνούχτιις κνούχτιονες κνούχτιησσι κνούχτιονσι κνούχτιιδ κνούχτιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom κνούχταμος κνούχταμοι κνούχταμη κνούχταμης κνούχταμον κνούχταμη
voc κνούχταμε
acc κνούχταμον κνούχταμους κνούχταμην
gen κνούχταμι κνούχταμον κνούχταμης κνούχταμον κνούχταμι κνούχταμον
indef nom κνούχταμοσες κνούχταμοις κνούχταμησι κνούχταμησσι κνούχταμονεδ κνούχταμηδ
voc κνούχταμες
acc κνούχταμονες κνούχταμουσες κνούχταμηνσι
gen κνούχταμις κνούχταμονες κνούχταμησσι κνούχταμονσι κνούχταμιδ κνούχταμονεδ