Contionary:κράτατι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic καρτατι, from Old Oltic καρτατι, from Proto-Celtic *kartati

Pronunciation

Verb

κράτατι (krátati) (Cyrillic spelling кратати)

  1. to clean, to wipe
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
  2. to expel, to drive out
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
κράτατι conjugation (2nd) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres κράτα κράτασι κράτατι κράτομου κράτατε κράτοντι κράτοντος κράτϝος
pst.pfv κράττου κράττες κράττ κράττομου κράττετε κράττον κράτομνος
pst.ipfv κράτανεν κράτιτου κράτα κράταμες κράτατες κράταντες
fut.pfv κράτην κράτησι κράτητι κράτημες κράτητε κράτηντι
fut.ipfv κράτητεν κράτητεσι κράτητετι κράτητεμες κράτητετε κράτητεντι
mid pres κράτου κράτατα κράτατο κράτομο κράταϝε κράτοντο κράτατιος
pst.pfv κράττο κράττουνς κράττος κράττουος
pst.ipfv κράτατει κράταντις κράτζος
fut.pfv κράτη κράτητα κράτητο κράτημο κράτηϝε κράτηντο
fut.ipfv κράτητε κράτητετα κράτητετο κράτητεμο κράτητεϝε κράτητεντο
imp act κράτι κράτατις
mid κράτατα κράταϝε