Contionary:κρέδιτι

Oltic

Etymology

From Middle Oltic κρεδιτι, from Old Oltic κρεδιτι, from Proto-Celtic *kreddīti, from Proto-Indo-European *ḱerd-

Pronunciation

Verb

κρέδιτι (kréditi) (Cyrillic spelling кредити)

  1. to believe
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
κρέδιτι conjugation (4th) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres κρέδι κρέδισι κρέδιτι κρέδιμου κρέδιτε κρέδιντι κρέδιντος κρέδιϝος
pst.pfv κρέδισσου κρέδισσι κρέδισσομου κρέδισσετε κρέδισσον κρέδιμνος
pst.ipfv κρέδινεν κρέδιτου κρέδι κρέδιμες κρέδιτες κρέδιντες
fut.pfv κρέδιζιμι κρέδιζισι κρέδιζιτι κρέδιζιμος κρέδιζιτε κρέδιζιντι
fut.ipfv κρέδιζιτεμι κρέδιζιτεσι κρέδιζιτετι κρέδιζιτεμος κρέδιζιτετε κρέδιζιτεντι
mid pres κρέδι κρέδιτα κρέδιτο κρέδιμο κρέδιϝε κρέδιντο κρέδιτιος
pst.pfv κρέδιτουνς κρέδιτος κρέδιτουος
pst.ipfv κρέδιτει κρέδιντις κρέδιζος
fut.pfv κρέδιζι κρέδιζιτα κρέδιζιτο κρέδιζιμο κρέδιζιϝε κρέδιζιντο
fut.ipfv κρέδιζιτε κρέδιζιτετα κρέδιζιτετο κρέδιζιτεμο κρέδιζιτεϝε κρέδιζιτεντο
imp act κρέδι κρέδιτις
mid κρέδιτρις κρέδιϝε