Contionary:κὸνσανατι

Oltic

Etymology

From Middle Oltic κονσανατι, from Old Oltic κομουͳανατι, from Proto-Celtic *komutsannati (see *kom- and *uts-), from Proto-Indo-European *ḱóm*úd*senh₂-

Pronunciation

Verb

κὸνσανατι (kònsanati) (future stem κὸνσιν-, Cyrillic spelling консанати)

  1. to cease, to stop, to end
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
κὸνσανατι conjugation (2nd) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres κὸνσανα κὸνσανασι κὸνσανατι κὸνσανομου κὸνσανατε κὸνσανοντι κὸνσανοντος κὸνσανϝος
pst.pfv κὸνσαντου κὸνσαντες κὸνσαντ κὸνσαντομου κὸνσαντετε κὸνσαντον κὸνσανομνος
pst.ipfv κὸνσανανεν κὸνσανιτου κὸνσανα κὸνσαναμες κὸνσανατες κὸνσαναντες
fut.pfv κὸνσινην κὸνσινησι κὸνσινητι κὸνσινημες κὸνσινητε κὸνσινηντι
fut.ipfv κὸνσινητεν κὸνσινητεσι κὸνσινητετι κὸνσινητεμες κὸνσινητετε κὸνσινητεντι
mid pres κὸνσανου κὸνσανατα κὸνσανατο κὸνσανομο κὸνσαναϝε κὸνσανοντο κὸνσανατιος
pst.pfv κὸνσαντο κὸνσαντουνς κὸνσαντος κὸνσαντουος
pst.ipfv κὸνσανατει κὸνσαναντις κὸνσανζος
fut.pfv κὸνσινη κὸνσινητα κὸνσινητο κὸνσινημο κὸνσινηϝε κὸνσινηντο
fut.ipfv κὸνσινητε κὸνσινητετα κὸνσινητετο κὸνσινητεμο κὸνσινητεϝε κὸνσινητεντο
imp act κὸνσανι κὸνσανατις
mid κὸνσανατα κὸνσαναϝε