Contionary:κῶγγρετι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic κογγρετι, from Old Oltic κογγηρετι, from Proto-Celtic *kongaryeti (see *kom- and *garyeti), from Proto-Indo-European *ḱóm*ǵeh₂r-

Pronunciation

  • Lua error in Module:IPA at line 483: Invalid IPA: replace g with ɡ.

Verb

κῶγγρετι (kō͂ngreti) (future stem κὸγγιρ-, Cyrillic spelling конгрети)

  1. to beckon, to summon, to call, to name
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
κῶγγρετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres κῶγγρου κῶγγρεσι κῶγγρετι κῶγγρομου κῶγγρετε κῶγγροντι κῶγγροντος κῶγγρϝος
pst.pfv κῶγγαρτου κῶγγαρτες κῶγγαρτ κῶγγαρτομου κῶγγαρτετε κῶγγαρτον κῶγγρομνος
pst.ipfv κῶγγρενεν κῶγγριτου κῶγγρε κῶγγρεμες κῶγγρετες κῶγγρεντες
fut.pfv κὸγγιρην κὸγγιρησι κὸγγιρητι κὸγγιρημες κὸγγιρητε κὸγγιρηντι
fut.ipfv κὸγγιρητεν κὸγγιρητεσι κὸγγιρητετι κὸγγιρητεμες κὸγγιρητετε κὸγγιρητεντι
mid pres κῶγγρου κῶγγρετα κῶγγρετο κῶγγρομο κῶγγρεϝε κῶγγροντο κῶγγρετιος
pst.pfv κῶγγαρτο κῶγγαρτουνς κῶγγαρτος κῶγγαρτουος
pst.ipfv κῶγγρετει κῶγγρεντις κῶγγρζος
fut.pfv κὸγγιρη κὸγγιρητα κὸγγιρητο κὸγγιρημο κὸγγιρηϝε κὸγγιρηντο
fut.ipfv κὸγγιρητε κὸγγιρητετα κὸγγιρητετο κὸγγιρητεμο κὸγγιρητεϝε κὸγγιρητεντο
imp act κῶγγρι κῶγγρετις
mid κῶγγρετα κῶγγρεϝε