Contionary:λίγετι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology 1

From Middle Oltic λιγετι, from Old Oltic λιγετι, from Proto-Celtic *ligeti, from Proto-Indo-European *leyǵʰ-

Pronunciation

Verb

λίγετι (lígeti) (future stem λὶξ-, Cyrillic spelling лијети)

  1. to lick
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
λίγετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres λίγου λίγεσι λίγετι λίγομου λίγετε λίγοντι λίγοντος λίγϝος
pst.pfv λίκτου λίκτες λίκτ λίκτομου λίκτετε λίκτον λίγομνος
pst.ipfv λίγενεν λίγιτου λίγε λίγεμες λίγετες λίγεντες
fut.pfv λίγην λίγησι λίγητι λίγημες λίγητε λίγηντι
fut.ipfv λίγητεν λίγητεσι λίγητετι λίγητεμες λίγητετε λίγητεντι
mid pres λίγου λίγετα λίγετο λίγομο λίγεϝε λίγοντο λίγετιος
pst.pfv λίκτο λίκτουνς λίκτος λίκτουος
pst.ipfv λίγετει λίγεντις λίγζος
fut.pfv λίγη λίγητα λίγητο λίγημο λίγηϝε λίγηντο
fut.ipfv λίγητε λίγητετα λίγητετο λίγητεμο λίγητεϝε λίγητεντο
imp act λίγι λίγετις
mid λίγετα λίγεϝε

Etymology 2

From Middle Oltic δλιγετι, from Old Oltic δλιγετι, from Proto-Celtic *dligeti, from Proto-Indo-European *dʰlegʰ-

Pronunciation

Verb

λίγετι (lígeti) (future stem δίλιχ-, Cyrillic spelling лијети)

  1. to be indebted, to be owed
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
  2. (middle voice) should, ought
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
λίγετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres λίγου λίγεσι λίγετι λίγομου λίγετε λίγοντι λίγοντος λίγϝος
pst.pfv λίκτου λίκτες λίκτ λίκτομου λίκτετε λίκτον λίγομνος
pst.ipfv λίγενεν λίγιτου λίγε λίγεμες λίγετες λίγεντες
fut.pfv δίλιχην δίλιχησι δίλιχητι δίλιχημες δίλιχητε δίλιχηντι
fut.ipfv δίλιχητεν δίλιχητεσι δίλιχητετι δίλιχητεμες δίλιχητετε δίλιχητεντι
mid pres λίγου λίγετα λίγετο λίγομο λίγεϝε λίγοντο λίγετιος
pst.pfv λίκτο λίκτουνς λίκτος λίκτουος
pst.ipfv λίγετει λίγεντις λίγζος
fut.pfv δίλιχη δίλιχητα δίλιχητο δίλιχημο δίλιχηϝε δίλιχηντο
fut.ipfv δίλιχητε δίλιχητετα δίλιχητετο δίλιχητεμο δίλιχητεϝε δίλιχητεντο
imp act λίγι λίγετις
mid λίγετα λίγεϝε