Contionary:λιγϝίστικος

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From French linguistique

Pronunciation

  • IPA(key): [ɫiⁿd͡ʑʷístiko̞s]

Adjective

λιγϝίστικος (linwístikos) (Cyrillic spelling лиђвистикос)

  1. linguistic
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
λιγϝίστικος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom λιγϝίστικος λιγϝίστικοι λιγϝίστικη λιγϝίστικης λιγϝίστικον λιγϝίστικη
voc λιγϝίστικε
acc λιγϝίστικον λιγϝίστικους λιγϝίστικην
gen λιγϝίστικι λιγϝίστικον λιγϝίστικης λιγϝίστικον λιγϝίστικι λιγϝίστικον
indef nom λιγϝίστικοσες λιγϝίστικοις λιγϝίστικησι λιγϝίστικησσι λιγϝίστικονεδ λιγϝίστικηδ
voc λιγϝίστικες
acc λιγϝίστικονες λιγϝίστικουσες λιγϝίστικηνσι
gen λιγϝίστικις λιγϝίστικονες λιγϝίστικησσι λιγϝίστικονσι λιγϝίστικιδ λιγϝίστικονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom λιγϝίστικιος λιγϝίστικιοι λιγϝίστικιη λιγϝίστικιης λιγϝίστικιον λιγϝίστικιη
voc λιγϝίστικιε
acc λιγϝίστικιον λιγϝίστικιους λιγϝίστικιην
gen λιγϝίστικιι λιγϝίστικιον λιγϝίστικιης λιγϝίστικιον λιγϝίστικιι λιγϝίστικιον
indef nom λιγϝίστικιοσες λιγϝίστικιοις λιγϝίστικιησι λιγϝίστικιησσι λιγϝίστικιονεδ λιγϝίστικιηδ
voc λιγϝίστικιες
acc λιγϝίστικιονες λιγϝίστικιουσες λιγϝίστικιηνσι
gen λιγϝίστικιις λιγϝίστικιονες λιγϝίστικιησσι λιγϝίστικιονσι λιγϝίστικιιδ λιγϝίστικιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom λιγϝίστικαμος λιγϝίστικαμοι λιγϝίστικαμη λιγϝίστικαμης λιγϝίστικαμον λιγϝίστικαμη
voc λιγϝίστικαμε
acc λιγϝίστικαμον λιγϝίστικαμους λιγϝίστικαμην
gen λιγϝίστικαμι λιγϝίστικαμον λιγϝίστικαμης λιγϝίστικαμον λιγϝίστικαμι λιγϝίστικαμον
indef nom λιγϝίστικαμοσες λιγϝίστικαμοις λιγϝίστικαμησι λιγϝίστικαμησσι λιγϝίστικαμονεδ λιγϝίστικαμηδ
voc λιγϝίστικαμες
acc λιγϝίστικαμονες λιγϝίστικαμουσες λιγϝίστικαμηνσι
gen λιγϝίστικαμις λιγϝίστικαμονες λιγϝίστικαμησσι λιγϝίστικαμονσι λιγϝίστικαμιδ λιγϝίστικαμονεδ