Contionary:λώγκος

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic λωυγκος, from Old Oltic λουγηκος, from Proto-Celtic *lougākos (see *lougos), from Proto-Indo-European *leh₂w-

Pronunciation

  • Lua error in Module:IPA at line 483: Invalid IPA: replace g with ɡ.

Adjective

λώγκος (lṓnkos) (Cyrillic spelling лонгос)

  1. rich, wealthy
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
λώγκος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom λώγκος λώγκοι λώγκη λώγκης λώγκον λώγκη
voc λώγκε
acc λώγκον λώγκους λώγκην
gen λώγκι λώγκον λώγκης λώγκον λώγκι λώγκον
indef nom λώγκοσες λώγκοις λώγκησι λώγκησσι λώγκονεδ λώγκηδ
voc λώγκες
acc λώγκονες λώγκουσες λώγκηνσι
gen λώγκις λώγκονες λώγκησσι λώγκονσι λώγκιδ λώγκονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom λώγκιος λώγκιοι λώγκιη λώγκιης λώγκιον λώγκιη
voc λώγκιε
acc λώγκιον λώγκιους λώγκιην
gen λώγκιι λώγκιον λώγκιης λώγκιον λώγκιι λώγκιον
indef nom λώγκιοσες λώγκιοις λώγκιησι λώγκιησσι λώγκιονεδ λώγκιηδ
voc λώγκιες
acc λώγκιονες λώγκιουσες λώγκιηνσι
gen λώγκιις λώγκιονες λώγκιησσι λώγκιονσι λώγκιιδ λώγκιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom λώγκαμος λώγκαμοι λώγκαμη λώγκαμης λώγκαμον λώγκαμη
voc λώγκαμε
acc λώγκαμον λώγκαμους λώγκαμην
gen λώγκαμι λώγκαμον λώγκαμης λώγκαμον λώγκαμι λώγκαμον
indef nom λώγκαμοσες λώγκαμοις λώγκαμησι λώγκαμησσι λώγκαμονεδ λώγκαμηδ
voc λώγκαμες
acc λώγκαμονες λώγκαμουσες λώγκαμηνσι
gen λώγκαμις λώγκαμονες λώγκαμησσι λώγκαμονσι λώγκαμιδ λώγκαμονεδ