Contionary:ρίμηκος

Oltic

Etymology

ρίμη (rímē) +‎ -ηκος (-ēkos)

Pronunciation

Adjective

ρίμηκος (rímēkos) (Cyrillic spelling римѣкос)

  1. soapy, alkaline
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
ρίμηκος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom ρίμηκος ρίμηκοι ρίμηκη ρίμηκης ρίμηκον ρίμηκη
voc ρίμηκε
acc ρίμηκον ρίμηκους ρίμηκην
gen ρίμηκι ρίμηκον ρίμηκης ρίμηκον ρίμηκι ρίμηκον
indef nom ρίμηκοσες ρίμηκοις ρίμηκησι ρίμηκησσι ρίμηκονεδ ρίμηκηδ
voc ρίμηκες
acc ρίμηκονες ρίμηκουσες ρίμηκηνσι
gen ρίμηκις ρίμηκονες ρίμηκησσι ρίμηκονσι ρίμηκιδ ρίμηκονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom ρίμηκιος ρίμηκιοι ρίμηκιη ρίμηκιης ρίμηκιον ρίμηκιη
voc ρίμηκιε
acc ρίμηκιον ρίμηκιους ρίμηκιην
gen ρίμηκιι ρίμηκιον ρίμηκιης ρίμηκιον ρίμηκιι ρίμηκιον
indef nom ρίμηκιοσες ρίμηκιοις ρίμηκιησι ρίμηκιησσι ρίμηκιονεδ ρίμηκιηδ
voc ρίμηκιες
acc ρίμηκιονες ρίμηκιουσες ρίμηκιηνσι
gen ρίμηκιις ρίμηκιονες ρίμηκιησσι ρίμηκιονσι ρίμηκιιδ ρίμηκιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom ρίμηκαμος ρίμηκαμοι ρίμηκαμη ρίμηκαμης ρίμηκαμον ρίμηκαμη
voc ρίμηκαμε
acc ρίμηκαμον ρίμηκαμους ρίμηκαμην
gen ρίμηκαμι ρίμηκαμον ρίμηκαμης ρίμηκαμον ρίμηκαμι ρίμηκαμον
indef nom ρίμηκαμοσες ρίμηκαμοις ρίμηκαμησι ρίμηκαμησσι ρίμηκαμονεδ ρίμηκαμηδ
voc ρίμηκαμες
acc ρίμηκαμονες ρίμηκαμουσες ρίμηκαμηνσι
gen ρίμηκαμις ρίμηκαμονες ρίμηκαμησσι ρίμηκαμονσι ρίμηκαμιδ ρίμηκαμονεδ

Derived terms