Contionary:ρόγετι

Oltic

Etymology

From Middle Oltic οργετι, from Old Oltic οργετι, from Proto-Celtic *orgeti, from Proto-Indo-European *h₃erg-

Pronunciation

Verb

ρόγετι (rógeti) (future stem ρῖξ-, Cyrillic spelling ројети)

  1. to kill, to destroy
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
ρόγετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres ρόγου ρόγεσι ρόγετι ρόγομου ρόγετε ρόγοντι ρόγοντος ρόγϝος
pst.pfv ρόκτου ρόκτες ρόκτ ρόκτομου ρόκτετε ρόκτον ρόγομνος
pst.ipfv ρόγενεν ρόγιτου ρόγε ρόγεμες ρόγετες ρόγεντες
fut.pfv ρῖξην ρῖξησι ρῖξητι ρῖξημες ρῖξητε ρῖξηντι
fut.ipfv ρῖξητεν ρῖξητεσι ρῖξητετι ρῖξητεμες ρῖξητετε ρῖξητεντι
mid pres ρόγου ρόγετα ρόγετο ρόγομο ρόγεϝε ρόγοντο ρόγετιος
pst.pfv ρόκτο ρόκτουνς ρόκτος ρόκτουος
pst.ipfv ρόγετει ρόγεντις ρόγζος
fut.pfv ρῖξη ρῖξητα ρῖξητο ρῖξημο ρῖξηϝε ρῖξηντο
fut.ipfv ρῖξητε ρῖξητετα ρῖξητετο ρῖξητεμο ρῖξητεϝε ρῖξητεντο
imp act ρόγι ρόγετις
mid ρόγετα ρόγεϝε