Contionary:σέμβρεγκετι

Oltic

Etymology

From Middle Oltic σεμβρεγκετι, from Old Oltic σεμβρεγκετι, from Proto-Celtic *sembrenketi, from Proto-Indo-European *sem-*bʰer-*h₂neḱ-

Pronunciation

  • IPA(key): [séᵐbreⁿd͡ʑeti]

Verb

σέμβρεγκετι (sémvrenketi) (Cyrillic spelling сембређети)

  1. to accompany, to escort
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
σέμβρεγκετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres σέμβρεγκου σέμβρεγκεσι σέμβρεγκετι σέμβρεγκομου σέμβρεγκετε σέμβρεγκοντι σέμβρεγκοντος σέμβρεγκϝος
pst.pfv σέμβρεγκτου σέμβρεγκτες σέμβρεγκτ σέμβρεγκτομου σέμβρεγκτετε σέμβρεγκτον σέμβρεγκομνος
pst.ipfv σέμβρεγκενεν σέμβρεγκιτου σέμβρεγκε σέμβρεγκεμες σέμβρεγκετες σέμβρεγκεντες
fut.pfv σέμβρεγκην σέμβρεγκησι σέμβρεγκητι σέμβρεγκημες σέμβρεγκητε σέμβρεγκηντι
fut.ipfv σέμβρεγκητεν σέμβρεγκητεσι σέμβρεγκητετι σέμβρεγκητεμες σέμβρεγκητετε σέμβρεγκητεντι
mid pres σέμβρεγκου σέμβρεγκετα σέμβρεγκετο σέμβρεγκομο σέμβρεγκεϝε σέμβρεγκοντο σέμβρεγκετιος
pst.pfv σέμβρεγκτο σέμβρεγκτουνς σέμβρεγκτος σέμβρεγκτουος
pst.ipfv σέμβρεγκετει σέμβρεγκεντις σέμβρεγκζος
fut.pfv σέμβρεγκη σέμβρεγκητα σέμβρεγκητο σέμβρεγκημο σέμβρεγκηϝε σέμβρεγκηντο
fut.ipfv σέμβρεγκητε σέμβρεγκητετα σέμβρεγκητετο σέμβρεγκητεμο σέμβρεγκητεϝε σέμβρεγκητεντο
imp act σέμβρεγκι σέμβρεγκετις
mid σέμβρεγκετα σέμβρεγκεϝε