Contionary:σαίτρητι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic σαιτρητι, from Old Oltic σαιτρητι, from Proto-Celtic *saitrāti (see *saitrom), from Proto-Indo-European *sh₂ey-

Pronunciation

Verb

σαίτρητι (saítrēti) (Cyrillic spelling сѣтрѣти)

  1. to work, to use
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
σαίτρητι conjugation (3rd) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres σαίτρη σαίτρησι σαίτρητι σαίτρημου σαίτρητε σαίτρηντι σαίτρηντος σαίτρηϝος
pst.pfv σαίτρησσου σαίτρησσι σαίτρησσομου σαίτρησσετε σαίτρησσον σαίτρημνος
pst.ipfv σαίτρηνεν σαίτρητου σαίτρη σαίτρημες σαίτρητες σαίτρηντες
fut.pfv σαίτριζημι σαίτριζησι σαίτριζητι σαίτριζημος σαίτριζητε σαίτριζηντι
fut.ipfv σαίτριζητεμι σαίτριζητεσι σαίτριζητετι σαίτριζητεμος σαίτριζητετε σαίτριζητεντι
mid pres σαίτρη σαίτρητα σαίτρητο σαίτρημο σαίτρηϝε σαίτρηντο σαίτρητιος
pst.pfv σαίτρητουνς σαίτρητος σαίτρητουος
pst.ipfv σαίτρητει σαίτρηντις σαίτρηζος
fut.pfv σαίτριζη σαίτριζητα σαίτριζητο σαίτριζημο σαίτριζηϝε σαίτριζηντο
fut.ipfv σαίτριζητε σαίτριζητετα σαίτριζητετο σαίτριζητεμο σαίτριζητεϝε σαίτριζητεντο
imp act σαίτρη σαίτρητις
mid σαίτρητρις σαίτρηϝε

Synonyms

χρᾶβετι

Derived terms