Contionary:σμήχινος

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic σμηχινος, from Proto-Slavic *směšьnъ

Pronunciation

Adjective

σμήχινος (smḗchinos) (Cyrillic spelling смѣшинос)

  1. funny, amusing
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
σμήχινος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom σμήχινος σμήχινοι σμήχινη σμήχινης σμήχινον σμήχινη
voc σμήχινε
acc σμήχινον σμήχινους σμήχινην
gen σμήχινι σμήχινον σμήχινης σμήχινον σμήχινι σμήχινον
indef nom σμήχινοσες σμήχινοις σμήχινησι σμήχινησσι σμήχινονεδ σμήχινηδ
voc σμήχινες
acc σμήχινονες σμήχινουσες σμήχινηνσι
gen σμήχινις σμήχινονες σμήχινησσι σμήχινονσι σμήχινιδ σμήχινονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom σμήχινιος σμήχινιοι σμήχινιη σμήχινιης σμήχινιον σμήχινιη
voc σμήχινιε
acc σμήχινιον σμήχινιους σμήχινιην
gen σμήχινιι σμήχινιον σμήχινιης σμήχινιον σμήχινιι σμήχινιον
indef nom σμήχινιοσες σμήχινιοις σμήχινιησι σμήχινιησσι σμήχινιονεδ σμήχινιηδ
voc σμήχινιες
acc σμήχινιονες σμήχινιουσες σμήχινιηνσι
gen σμήχινιις σμήχινιονες σμήχινιησσι σμήχινιονσι σμήχινιιδ σμήχινιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom σμήχιναμος σμήχιναμοι σμήχιναμη σμήχιναμης σμήχιναμον σμήχιναμη
voc σμήχιναμε
acc σμήχιναμον σμήχιναμους σμήχιναμην
gen σμήχιναμι σμήχιναμον σμήχιναμης σμήχιναμον σμήχιναμι σμήχιναμον
indef nom σμήχιναμοσες σμήχιναμοις σμήχιναμησι σμήχιναμησσι σμήχιναμονεδ σμήχιναμηδ
voc σμήχιναμες
acc σμήχιναμονες σμήχιναμουσες σμήχιναμηνσι
gen σμήχιναμις σμήχιναμονες σμήχιναμησσι σμήχιναμονσι σμήχιναμιδ σμήχιναμονεδ