Contionary:συποζέτι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From French supposer

Pronunciation

Verb

συποζέτι (sypozéti) (Cyrillic spelling сипозети)

  1. to guess, to estimate, to suppose, to reckon
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
συποζέτι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres συποζού συποζέσι συποζέτι συποζόμου συποζέτε συποζόντι συποζόντος συποζϝός
pst.pfv συποστού συποστές συπόστ συποστόμου συποστέτε συποστόν συποζόμνος
pst.ipfv συποζένεν συποζίτου συποζέ συποζέμες συποζέτες συποζέντες
fut.pfv συποζήν συποζήσι συποζήτι συποζήμες συποζήτε συποζήντι
fut.ipfv συποζήτεν συποζήτεσι συποζήτετι συποζήτεμες συποζήτετε συποζήτεντι
mid pres συποζού συποζέτα συποζέτο συποζόμο συποζέϝε συποζόντο συποζέτιος
pst.pfv συποστό συποστούνς συποστός συποστούος
pst.ipfv συποζέτει συποζέντις συποζζός
fut.pfv συποζή συποζήτα συποζήτο συποζήμο συποζήϝε συποζήντο
fut.ipfv συποζήτε συποζήτετα συποζήτετο συποζήτεμο συποζήτεϝε συποζήτεντο
imp act συποζί συποζέτις
mid συποζέτα συποζέϝε