Contionary:σῖλητι

Oltic

Etymology

From Middle Oltic σιλητι, from Old Oltic σιλητι, from Proto-Celtic *sīlāti (see *sīlom), from Proto-Indo-European *seh₁-

Pronunciation

Verb

σῖλητι (si͂lēti) (Cyrillic spelling силѣти)

  1. to scatter, to disperse, to sow
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
σῖλητι conjugation (3rd) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres σῖλη σῖλησι σῖλητι σῖλημου σῖλητε σῖληντι σῖληντος σῖληϝος
pst.pfv σῖλησσου σῖλησσι σῖλησσομου σῖλησσετε σῖλησσον σῖλημνος
pst.ipfv σῖληνεν σῖλητου σῖλη σῖλημες σῖλητες σῖληντες
fut.pfv σῖλιζημι σῖλιζησι σῖλιζητι σῖλιζημος σῖλιζητε σῖλιζηντι
fut.ipfv σῖλιζητεμι σῖλιζητεσι σῖλιζητετι σῖλιζητεμος σῖλιζητετε σῖλιζητεντι
mid pres σῖλη σῖλητα σῖλητο σῖλημο σῖληϝε σῖληντο σῖλητιος
pst.pfv σῖλητουνς σῖλητος σῖλητουος
pst.ipfv σῖλητει σῖληντις σῖληζος
fut.pfv σῖλιζη σῖλιζητα σῖλιζητο σῖλιζημο σῖλιζηϝε σῖλιζηντο
fut.ipfv σῖλιζητε σῖλιζητετα σῖλιζητετο σῖλιζητεμο σῖλιζητεϝε σῖλιζητεντο
imp act σῖλη σῖλητις
mid σῖλητρις σῖληϝε