Contionary:τάκετι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic τακετι, from Old Oltic τακετι, from Proto-Celtic *taketi, from Proto-Indo-European *tak-

Pronunciation

Verb

τάκετι (táketi) (Cyrillic spelling таћети)

  1. (intransitive) to choke
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
τάκετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres τάκου τάκεσι τάκετι τάκομου τάκετε τάκοντι τάκοντος τάκϝος
pst.pfv τάκτου τάκτες τάκτ τάκτομου τάκτετε τάκτον τάκομνος
pst.ipfv τάκενεν τάκιτου τάκε τάκεμες τάκετες τάκεντες
fut.pfv τάκην τάκησι τάκητι τάκημες τάκητε τάκηντι
fut.ipfv τάκητεν τάκητεσι τάκητετι τάκητεμες τάκητετε τάκητεντι
mid pres τάκου τάκετα τάκετο τάκομο τάκεϝε τάκοντο τάκετιος
pst.pfv τάκτο τάκτουνς τάκτος τάκτουος
pst.ipfv τάκετει τάκεντις τάκζος
fut.pfv τάκη τάκητα τάκητο τάκημο τάκηϝε τάκηντο
fut.ipfv τάκητε τάκητετα τάκητετο τάκητεμο τάκητεϝε τάκητεντο
imp act τάκι τάκετις
mid τάκετα τάκεϝε