Contionary:τούμιτι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic τουμιτι, from Old Oltic τουμιτι, from Proto-Celtic *tumīti, from Proto-Indo-European *tum-

Pronunciation

Verb

τούμιτι (toúmiti) (Cyrillic spelling тумити)

  1. (intransitive) to grow, to develop, to increase
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
τούμιτι conjugation (4th) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres τούμι τούμισι τούμιτι τούμιμου τούμιτε τούμιντι τούμιντος τούμιϝος
pst.pfv τούμισσου τούμισσι τούμισσομου τούμισσετε τούμισσον τούμιμνος
pst.ipfv τούμινεν τούμιτου τούμι τούμιμες τούμιτες τούμιντες
fut.pfv τούμιζιμι τούμιζισι τούμιζιτι τούμιζιμος τούμιζιτε τούμιζιντι
fut.ipfv τούμιζιτεμι τούμιζιτεσι τούμιζιτετι τούμιζιτεμος τούμιζιτετε τούμιζιτεντι
mid pres τούμι τούμιτα τούμιτο τούμιμο τούμιϝε τούμιντο τούμιτιος
pst.pfv τούμιτουνς τούμιτος τούμιτουος
pst.ipfv τούμιτει τούμιντις τούμιζος
fut.pfv τούμιζι τούμιζιτα τούμιζιτο τούμιζιμο τούμιζιϝε τούμιζιντο
fut.ipfv τούμιζιτε τούμιζιτετα τούμιζιτετο τούμιζιτεμο τούμιζιτεϝε τούμιζιτεντο
imp act τούμι τούμιτις
mid τούμιτρις τούμιϝε