Contionary:τράχιος

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Romani traś

Pronunciation

Adjective

τράχιος (tráchios) (Cyrillic spelling трашос)

  1. (slang) afraid, scared
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
τράχιος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom τράχιος τράχιοι τράχιη τράχιης τράχιον τράχιη
voc τράχιε
acc τράχιον τράχιους τράχιην
gen τράχιι τράχιον τράχιης τράχιον τράχιι τράχιον
indef nom τράχιοσες τράχιοις τράχιησι τράχιησσι τράχιονεδ τράχιηδ
voc τράχιες
acc τράχιονες τράχιουσες τράχιηνσι
gen τράχιις τράχιονες τράχιησσι τράχιονσι τράχιιδ τράχιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom τράχιιος τράχιιοι τράχιιη τράχιιης τράχιιον τράχιιη
voc τράχιιε
acc τράχιιον τράχιιους τράχιιην
gen τράχιιι τράχιιον τράχιιης τράχιιον τράχιιι τράχιιον
indef nom τράχιιοσες τράχιιοις τράχιιησι τράχιιησσι τράχιιονεδ τράχιιηδ
voc τράχιιες
acc τράχιιονες τράχιιουσες τράχιιηνσι
gen τράχιιις τράχιιονες τράχιιησσι τράχιιονσι τράχιιιδ τράχιιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom τράχιμος τράχιμοι τράχιμη τράχιμης τράχιμον τράχιμη
voc τράχιμε
acc τράχιμον τράχιμους τράχιμην
gen τράχιμι τράχιμον τράχιμης τράχιμον τράχιμι τράχιμον
indef nom τράχιμοσες τράχιμοις τράχιμησι τράχιμησσι τράχιμονεδ τράχιμηδ
voc τράχιμες
acc τράχιμονες τράχιμουσες τράχιμηνσι
gen τράχιμις τράχιμονες τράχιμησσι τράχιμονσι τράχιμιδ τράχιμονεδ