Contionary:τρῖγετι

Oltic

Etymology

From Middle Oltic τιργετι, from Old Oltic ατιρεγετι, from Proto-Celtic *atiregeti (see *ati- and *regeti), from Proto-Indo-European *éti*h₃reǵ-

Pronunciation

Verb

τρῖγετι (tri͂geti) (future stem τρῖξ-, Cyrillic spelling тријети)

  1. to exchange, to switch, to replace
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
τρῖγετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres τρῖγου τρῖγεσι τρῖγετι τρῖγομου τρῖγετε τρῖγοντι τρῖγοντος τρῖγϝος
pst.pfv τρῖκτου τρῖκτες τρῖκτ τρῖκτομου τρῖκτετε τρῖκτον τρῖγομνος
pst.ipfv τρῖγενεν τρῖγιτου τρῖγε τρῖγεμες τρῖγετες τρῖγεντες
fut.pfv τρῖξην τρῖξησι τρῖξητι τρῖξημες τρῖξητε τρῖξηντι
fut.ipfv τρῖξητεν τρῖξητεσι τρῖξητετι τρῖξητεμες τρῖξητετε τρῖξητεντι
mid pres τρῖγου τρῖγετα τρῖγετο τρῖγομο τρῖγεϝε τρῖγοντο τρῖγετιος
pst.pfv τρῖκτο τρῖκτουνς τρῖκτος τρῖκτουος
pst.ipfv τρῖγετει τρῖγεντις τρῖγζος
fut.pfv τρῖξη τρῖξητα τρῖξητο τρῖξημο τρῖξηϝε τρῖξηντο
fut.ipfv τρῖξητε τρῖξητετα τρῖξητετο τρῖξητεμο τρῖξητεϝε τρῖξητεντο
imp act τρῖγι τρῖγετις
mid τρῖγετα τρῖγεϝε