Contionary:τὶνουγγετι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic τινλουγγετι, from Old Oltic ατιενιλουγγετι, from Proto-Celtic *atienilungeti (see *ati and *eni-), from Proto-Indo-European *éti*h₁én*lewg-

Pronunciation

Verb

τὶνουγγετι (tìnoungeti) (future stem τὶνιχ-, Cyrillic spelling тинуђети)

  1. to respond, to reply, to answer
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
τὶνουγγετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres τὶνουγγου τὶνουγγεσι τὶνουγγετι τὶνουγγομου τὶνουγγετε τὶνουγγοντι τὶνουγγοντος τὶνουγγϝος
pst.pfv τὶνουγκτου τὶνουγκτες τὶνουγκτ τὶνουγκτομου τὶνουγκτετε τὶνουγκτον τὶνουγγομνος
pst.ipfv τὶνουγγενεν τὶνουγγιτου τὶνουγγε τὶνουγγεμες τὶνουγγετες τὶνουγγεντες
fut.pfv τὶνιχην τὶνιχησι τὶνιχητι τὶνιχημες τὶνιχητε τὶνιχηντι
fut.ipfv τὶνιχητεν τὶνιχητεσι τὶνιχητετι τὶνιχητεμες τὶνιχητετε τὶνιχητεντι
mid pres τὶνουγγου τὶνουγγετα τὶνουγγετο τὶνουγγομο τὶνουγγεϝε τὶνουγγοντο τὶνουγγετιος
pst.pfv τὶνουγκτο τὶνουγκτουνς τὶνουγκτος τὶνουγκτουος
pst.ipfv τὶνουγγετει τὶνουγγεντις τὶνουγγζος
fut.pfv τὶνιχη τὶνιχητα τὶνιχητο τὶνιχημο τὶνιχηϝε τὶνιχηντο
fut.ipfv τὶνιχητε τὶνιχητετα τὶνιχητετο τὶνιχητεμο τὶνιχητεϝε τὶνιχητεντο
imp act τὶνουγγι τὶνουγγετις
mid τὶνουγγετα τὶνουγγεϝε