Contionary:φρολογέτι

Oltic

Etymology

From Middle Oltic φορλογετι, from Old Oltic φορολογετι, from Ancient Greek φορολογέω (phorologéō)

Pronunciation

Verb

φρολογέτι (frologéti) (Cyrillic spelling фролојети)

  1. to tax, to collect tax
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
φρολογέτι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres φρολογού φρολογέσι φρολογέτι φρολογόμου φρολογέτε φρολογόντι φρολογόντος φρολογϝός
pst.pfv φρολοκτού φρολοκτές φρολόκτ φρολοκτόμου φρολοκτέτε φρολοκτόν φρολογόμνος
pst.ipfv φρολογένεν φρολογίτου φρολογέ φρολογέμες φρολογέτες φρολογέντες
fut.pfv φρολογήν φρολογήσι φρολογήτι φρολογήμες φρολογήτε φρολογήντι
fut.ipfv φρολογήτεν φρολογήτεσι φρολογήτετι φρολογήτεμες φρολογήτετε φρολογήτεντι
mid pres φρολογού φρολογέτα φρολογέτο φρολογόμο φρολογέϝε φρολογόντο φρολογέτιος
pst.pfv φρολοκτό φρολοκτούνς φρολοκτός φρολοκτούος
pst.ipfv φρολογέτει φρολογέντις φρολογζός
fut.pfv φρολογή φρολογήτα φρολογήτο φρολογήμο φρολογήϝε φρολογήντο
fut.ipfv φρολογήτε φρολογήτετα φρολογήτετο φρολογήτεμο φρολογήτεϝε φρολογήτεντο
imp act φρολογί φρολογέτις
mid φρολογέτα φρολογέϝε