Contionary:χοξλοῦγγετι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic χοξλουγγετι, from Old Oltic χοξλουγγετι, from Proto-Celtic *uɸoexslungeti (see *uɸo- and *exs-), from Proto-Indo-European *upó*h₁eǵʰs*lewg-

Pronunciation

  • IPA(key): [xo̞xsɫûⁿd͡ʑeti]

Verb

χοξλοῦγγετι (choxlou͂ngeti) (future stem χοξλὶχ-, Cyrillic spelling хохслуђети)

  1. to let go of, to drop
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
χοξλοῦγγετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres χοξλοῦγγου χοξλοῦγγεσι χοξλοῦγγετι χοξλοῦγγομου χοξλοῦγγετε χοξλοῦγγοντι χοξλοῦγγοντος χοξλοῦγγϝος
pst.pfv χοξλοῦγκτου χοξλοῦγκτες χοξλοῦγκτ χοξλοῦγκτομου χοξλοῦγκτετε χοξλοῦγκτον χοξλοῦγγομνος
pst.ipfv χοξλοῦγγενεν χοξλοῦγγιτου χοξλοῦγγε χοξλοῦγγεμες χοξλοῦγγετες χοξλοῦγγεντες
fut.pfv χοξλὶχην χοξλὶχησι χοξλὶχητι χοξλὶχημες χοξλὶχητε χοξλὶχηντι
fut.ipfv χοξλὶχητεν χοξλὶχητεσι χοξλὶχητετι χοξλὶχητεμες χοξλὶχητετε χοξλὶχητεντι
mid pres χοξλοῦγγου χοξλοῦγγετα χοξλοῦγγετο χοξλοῦγγομο χοξλοῦγγεϝε χοξλοῦγγοντο χοξλοῦγγετιος
pst.pfv χοξλοῦγκτο χοξλοῦγκτουνς χοξλοῦγκτος χοξλοῦγκτουος
pst.ipfv χοξλοῦγγετει χοξλοῦγγεντις χοξλοῦγγζος
fut.pfv χοξλὶχη χοξλὶχητα χοξλὶχητο χοξλὶχημο χοξλὶχηϝε χοξλὶχηντο
fut.ipfv χοξλὶχητε χοξλὶχητετα χοξλὶχητετο χοξλὶχητεμο χοξλὶχητεϝε χοξλὶχητεντο
imp act χοξλοῦγγι χοξλοῦγγετις
mid χοξλοῦγγετα χοξλοῦγγεϝε