Contionary:χωῦγιτι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic χωυγιτι, from Old Oltic χουγιτι, from Proto-Celtic *ɸougīti, from Proto-Indo-European *pewǵ-

Pronunciation

Verb

χωῦγιτι (chōy͂giti) (Cyrillic spelling ховјити)

  1. to sew
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
χωῦγιτι conjugation (4th) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres χωῦγι χωῦγισι χωῦγιτι χωῦγιμου χωῦγιτε χωῦγιντι χωῦγιντος χωῦγιϝος
pst.pfv χωῦγισσου χωῦγισσι χωῦγισσομου χωῦγισσετε χωῦγισσον χωῦγιμνος
pst.ipfv χωῦγινεν χωῦγιτου χωῦγι χωῦγιμες χωῦγιτες χωῦγιντες
fut.pfv χωῦγιζιμι χωῦγιζισι χωῦγιζιτι χωῦγιζιμος χωῦγιζιτε χωῦγιζιντι
fut.ipfv χωῦγιζιτεμι χωῦγιζιτεσι χωῦγιζιτετι χωῦγιζιτεμος χωῦγιζιτετε χωῦγιζιτεντι
mid pres χωῦγι χωῦγιτα χωῦγιτο χωῦγιμο χωῦγιϝε χωῦγιντο χωῦγιτιος
pst.pfv χωῦγιτουνς χωῦγιτος χωῦγιτουος
pst.ipfv χωῦγιτει χωῦγιντις χωῦγιζος
fut.pfv χωῦγιζι χωῦγιζιτα χωῦγιζιτο χωῦγιζιμο χωῦγιζιϝε χωῦγιζιντο
fut.ipfv χωῦγιζιτε χωῦγιζιτετα χωῦγιζιτετο χωῦγιζιτεμο χωῦγιζιτεϝε χωῦγιζιτεντο
imp act χωῦγι χωῦγιτις
mid χωῦγιτρις χωῦγιϝε