Contionary:χότουμιτι

Oltic

Etymology

From Middle Oltic χοτουμιτι, from Old Oltic χοτουμιτι, from Proto-Celtic *uɸotumīti, from Proto-Indo-European *upó*tum-

Pronunciation

Verb

χότουμιτι (chótoumiti) (Cyrillic spelling хотумити)

  1. (transitive) to grow, to develop, to raise, to rear, to increase
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
χότουμιτι conjugation (4th) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres χότουμι χότουμισι χότουμιτι χότουμιμου χότουμιτε χότουμιντι χότουμιντος χότουμιϝος
pst.pfv χότουμισσου χότουμισσι χότουμισσομου χότουμισσετε χότουμισσον χότουμιμνος
pst.ipfv χότουμινεν χότουμιτου χότουμι χότουμιμες χότουμιτες χότουμιντες
fut.pfv χότουμιζιμι χότουμιζισι χότουμιζιτι χότουμιζιμος χότουμιζιτε χότουμιζιντι
fut.ipfv χότουμιζιτεμι χότουμιζιτεσι χότουμιζιτετι χότουμιζιτεμος χότουμιζιτετε χότουμιζιτεντι
mid pres χότουμι χότουμιτα χότουμιτο χότουμιμο χότουμιϝε χότουμιντο χότουμιτιος
pst.pfv χότουμιτουνς χότουμιτος χότουμιτουος
pst.ipfv χότουμιτει χότουμιντις χότουμιζος
fut.pfv χότουμιζι χότουμιζιτα χότουμιζιτο χότουμιζιμο χότουμιζιϝε χότουμιζιντο
fut.ipfv χότουμιζιτε χότουμιζιτετα χότουμιζιτετο χότουμιζιτεμο χότουμιζιτεϝε χότουμιζιτεντο
imp act χότουμι χότουμιτις
mid χότουμιτρις χότουμιϝε