Contionary:βρέχτος

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic βερχτος, from Old Oltic βερχτος, from Proto-Celtic *berxtos, from Proto-Indo-European *bʰerh₁ǵ-

Pronunciation

Adjective

βρέχτος (vréchtos) (Cyrillic spelling врехтос)

  1. beautiful
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
βρέχτος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom βρέχτος βρέχτοι βρέχτη βρέχτης βρέχτον βρέχτη
voc βρέχτε
acc βρέχτον βρέχτους βρέχτην
gen βρέχτι βρέχτον βρέχτης βρέχτον βρέχτι βρέχτον
indef nom βρέχτοσες βρέχτοις βρέχτησι βρέχτησσι βρέχτονεδ βρέχτηδ
voc βρέχτες
acc βρέχτονες βρέχτουσες βρέχτηνσι
gen βρέχτις βρέχτονες βρέχτησσι βρέχτονσι βρέχτιδ βρέχτονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom βρέχτιος βρέχτιοι βρέχτιη βρέχτιης βρέχτιον βρέχτιη
voc βρέχτιε
acc βρέχτιον βρέχτιους βρέχτιην
gen βρέχτιι βρέχτιον βρέχτιης βρέχτιον βρέχτιι βρέχτιον
indef nom βρέχτιοσες βρέχτιοις βρέχτιησι βρέχτιησσι βρέχτιονεδ βρέχτιηδ
voc βρέχτιες
acc βρέχτιονες βρέχτιουσες βρέχτιηνσι
gen βρέχτιις βρέχτιονες βρέχτιησσι βρέχτιονσι βρέχτιιδ βρέχτιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom βρέχταμος βρέχταμοι βρέχταμη βρέχταμης βρέχταμον βρέχταμη
voc βρέχταμε
acc βρέχταμον βρέχταμους βρέχταμην
gen βρέχταμι βρέχταμον βρέχταμης βρέχταμον βρέχταμι βρέχταμον
indef nom βρέχταμοσες βρέχταμοις βρέχταμησι βρέχταμησσι βρέχταμονεδ βρέχταμηδ
voc βρέχταμες
acc βρέχταμονες βρέχταμουσες βρέχταμηνσι
gen βρέχταμις βρέχταμονες βρέχταμησσι βρέχταμονσι βρέχταμιδ βρέχταμονεδ

Synonyms

ϝίγκος