Contionary:ϝίγκος

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic ϝιγκος, from Old Oltic ϝιγκος, from Proto-Celtic *winkʷos, from Proto-Indo-European *wenh₁-

Pronunciation

  • Lua error in Module:IPA at line 483: Invalid IPA: replace g with ɡ.

Adjective

ϝίγκος (wínkos) (Cyrillic spelling јвингос)

  1. (men) beautiful, handsome
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
ϝίγκος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom ϝίγκος ϝίγκοι ϝίγκη ϝίγκης ϝίγκον ϝίγκη
voc ϝίγκε
acc ϝίγκον ϝίγκους ϝίγκην
gen ϝίγκι ϝίγκον ϝίγκης ϝίγκον ϝίγκι ϝίγκον
indef nom ϝίγκοσες ϝίγκοις ϝίγκησι ϝίγκησσι ϝίγκονεδ ϝίγκηδ
voc ϝίγκες
acc ϝίγκονες ϝίγκουσες ϝίγκηνσι
gen ϝίγκις ϝίγκονες ϝίγκησσι ϝίγκονσι ϝίγκιδ ϝίγκονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom ϝίγκιος ϝίγκιοι ϝίγκιη ϝίγκιης ϝίγκιον ϝίγκιη
voc ϝίγκιε
acc ϝίγκιον ϝίγκιους ϝίγκιην
gen ϝίγκιι ϝίγκιον ϝίγκιης ϝίγκιον ϝίγκιι ϝίγκιον
indef nom ϝίγκιοσες ϝίγκιοις ϝίγκιησι ϝίγκιησσι ϝίγκιονεδ ϝίγκιηδ
voc ϝίγκιες
acc ϝίγκιονες ϝίγκιουσες ϝίγκιηνσι
gen ϝίγκιις ϝίγκιονες ϝίγκιησσι ϝίγκιονσι ϝίγκιιδ ϝίγκιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom ϝίγκαμος ϝίγκαμοι ϝίγκαμη ϝίγκαμης ϝίγκαμον ϝίγκαμη
voc ϝίγκαμε
acc ϝίγκαμον ϝίγκαμους ϝίγκαμην
gen ϝίγκαμι ϝίγκαμον ϝίγκαμης ϝίγκαμον ϝίγκαμι ϝίγκαμον
indef nom ϝίγκαμοσες ϝίγκαμοις ϝίγκαμησι ϝίγκαμησσι ϝίγκαμονεδ ϝίγκαμηδ
voc ϝίγκαμες
acc ϝίγκαμονες ϝίγκαμουσες ϝίγκαμηνσι
gen ϝίγκαμις ϝίγκαμονες ϝίγκαμησσι ϝίγκαμονσι ϝίγκαμιδ ϝίγκαμονεδ

Synonyms

βρέχτος