Contionary:ιμπλούκετι: Difference between revisions

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search
Dillon (talk | contribs)
Created page with "==Oltic== ===Etymology=== {{lyti-loan|mid=ιμπουλκετι|old=ιμπουλκετι|la|infulciō}} ===Pronunciation=== * {{IPA all|lyti|[iᵐbɫút͡ɕeti]}} ===Verb=== {{lyti-v||имблућети}} # to cram, to stuff, to crowd #: {{ux|lyti||}} {{lyti-table-v1|ιμπλούκ}}"
 
Dillon (talk | contribs)
No edit summary
 
Line 10: Line 10:


# to cram, to stuff, to crowd
# to cram, to stuff, to crowd
#: {{ux|lyti||}}
#: {{ux|lyti|Πὰν ντὲλεσι πίτσην, γνίι λὰμιον αῦρε σαλάμον άπε '''ιμπλούκτης''' κρούστης.|While you're ordering pizza, get an extra one with pepperoni and '''stuffed''' crust.}}


{{lyti-table-v1|ιμπλούκ}}
{{lyti-table-v1|ιμπλούκ}}

Latest revision as of 21:57, 14 May 2026

Oltic

Etymology

From Middle Oltic ιμπουλκετι, from Old Oltic ιμπουλκετι, from Latin infulciō

Pronunciation

Verb

ιμπλούκετι (imploúketi) (Cyrillic spelling имблућети)

  1. to cram, to stuff, to crowd
    Πὰν ντὲλεσι πίτσην, γνίι λὰμιον αῦρε σαλάμον άπε ιμπλούκτης κρούστης.
    Pàn ntèlesi pítsēn, gníi làmion au͂re salámon ápe imploúktēs kroústēs.
    While you're ordering pizza, get an extra one with pepperoni and stuffed crust.

Conjugation

ιμπλούκετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres ιμπλούκου ιμπλούκεσι ιμπλούκετι ιμπλούκομου ιμπλούκετε ιμπλούκοντι ιμπλούκοντος ιμπλούκϝος
pst.pfv ιμπλούκτου ιμπλούκτες ιμπλούκτ ιμπλούκτομου ιμπλούκτετε ιμπλούκτον ιμπλούκομνος
pst.ipfv ιμπλούκενεν ιμπλούκιτου ιμπλούκε ιμπλούκεμες ιμπλούκετες ιμπλούκεντες
fut.pfv ιμπλούκην ιμπλούκησι ιμπλούκητι ιμπλούκημες ιμπλούκητε ιμπλούκηντι
fut.ipfv ιμπλούκητεν ιμπλούκητεσι ιμπλούκητετι ιμπλούκητεμες ιμπλούκητετε ιμπλούκητεντι
mid pres ιμπλούκου ιμπλούκετα ιμπλούκετο ιμπλούκομο ιμπλούκεϝε ιμπλούκοντο ιμπλούκετιος
pst.pfv ιμπλούκτο ιμπλούκτουνς ιμπλούκτος ιμπλούκτουος
pst.ipfv ιμπλούκετει ιμπλούκεντις ιμπλούκζος
fut.pfv ιμπλούκη ιμπλούκητα ιμπλούκητο ιμπλούκημο ιμπλούκηϝε ιμπλούκηντο
fut.ipfv ιμπλούκητε ιμπλούκητετα ιμπλούκητετο ιμπλούκητεμο ιμπλούκητεϝε ιμπλούκητεντο
imp act ιμπλούκι ιμπλούκετις
mid ιμπλούκετα ιμπλούκεϝε