Contionary:κὸνσανατι

From Linguifex
Revision as of 22:29, 14 May 2026 by Dillon (talk | contribs)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic κονσανατι, from Old Oltic κομουͳανατι, from Proto-Celtic *komutsannati (see *kom-, *uts-, and *sannati), from Proto-Indo-European *ḱómúdsenh₂-.

Pronunciation

Verb

κὸνσανατι (kònsanati) (future stem κὸνσιν-, Cyrillic spelling консанати)

  1. to cease, to stop, to end
    Χαρέκενεν χρᾶβομνον σῆλης φογής, δορῖ μοί ρὸζη ὲσκε ὰμπαν ϝῖρησι κὸνσαντ.
    Charékenen chra͂vomnon sē͂lēs fogḗs, dori͂ moí ròzē èske àmpan wi͂rēsi kònsant.
    I tried the knuckle trick, but my rice still never turns out right.

Conjugation

κὸνσανατι conjugation (2nd) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres κὸνσανα κὸνσανασι κὸνσανατι κὸνσανομου κὸνσανατε κὸνσανοντι κὸνσανοντος κὸνσανϝος
pst.pfv κὸνσαντου κὸνσαντες κὸνσαντ κὸνσαντομου κὸνσαντετε κὸνσαντον κὸνσανομνος
pst.ipfv κὸνσανανεν κὸνσανιτου κὸνσανα κὸνσαναμες κὸνσανατες κὸνσαναντες
fut.pfv κὸνσινην κὸνσινησι κὸνσινητι κὸνσινημες κὸνσινητε κὸνσινηντι
fut.ipfv κὸνσινητεν κὸνσινητεσι κὸνσινητετι κὸνσινητεμες κὸνσινητετε κὸνσινητεντι
mid pres κὸνσανου κὸνσανατα κὸνσανατο κὸνσανομο κὸνσαναϝε κὸνσανοντο κὸνσανατιος
pst.pfv κὸνσαντο κὸνσαντουνς κὸνσαντος κὸνσαντουος
pst.ipfv κὸνσανατει κὸνσαναντις κὸνσανζος
fut.pfv κὸνσινη κὸνσινητα κὸνσινητο κὸνσινημο κὸνσινηϝε κὸνσινηντο
fut.ipfv κὸνσινητε κὸνσινητετα κὸνσινητετο κὸνσινητεμο κὸνσινητεϝε κὸνσινητεντο
imp act κὸνσανι κὸνσανατις
mid κὸνσανατα κὸνσαναϝε