Contionary:αμβλάβρος

Oltic

Etymology

From Middle Oltic αμβλαβρος, from Old Oltic αμβλαβρος, from Proto-Celtic *amɸlabros, from Proto-Indo-European *ne*pleb-

Pronunciation

  • IPA(key): [ɐᵐbɫɐ́vro̞s]

Adjective

αμβλάβρος (amvlávros) (Cyrillic spelling амблаврос)

  1. mute
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
αμβλάβρος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom αμβλάβρος αμβλάβροι αμβλάβρη αμβλάβρης αμβλάβρον αμβλάβρη
voc αμβλάβρε
acc αμβλάβρον αμβλάβρους αμβλάβρην
gen αμβλάβρι αμβλάβρον αμβλάβρης αμβλάβρον αμβλάβρι αμβλάβρον
indef nom αμβλάβροσες αμβλάβροις αμβλάβρησι αμβλάβρησσι αμβλάβρονεδ αμβλάβρηδ
voc αμβλάβρες
acc αμβλάβρονες αμβλάβρουσες αμβλάβρηνσι
gen αμβλάβρις αμβλάβρονες αμβλάβρησσι αμβλάβρονσι αμβλάβριδ αμβλάβρονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom αμβλάβριος αμβλάβριοι αμβλάβριη αμβλάβριης αμβλάβριον αμβλάβριη
voc αμβλάβριε
acc αμβλάβριον αμβλάβριους αμβλάβριην
gen αμβλάβριι αμβλάβριον αμβλάβριης αμβλάβριον αμβλάβριι αμβλάβριον
indef nom αμβλάβριοσες αμβλάβριοις αμβλάβριησι αμβλάβριησσι αμβλάβριονεδ αμβλάβριηδ
voc αμβλάβριες
acc αμβλάβριονες αμβλάβριουσες αμβλάβριηνσι
gen αμβλάβριις αμβλάβριονες αμβλάβριησσι αμβλάβριονσι αμβλάβριιδ αμβλάβριονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom αμβλάβραμος αμβλάβραμοι αμβλάβραμη αμβλάβραμης αμβλάβραμον αμβλάβραμη
voc αμβλάβραμε
acc αμβλάβραμον αμβλάβραμους αμβλάβραμην
gen αμβλάβραμι αμβλάβραμον αμβλάβραμης αμβλάβραμον αμβλάβραμι αμβλάβραμον
indef nom αμβλάβραμοσες αμβλάβραμοις αμβλάβραμησι αμβλάβραμησσι αμβλάβραμονεδ αμβλάβραμηδ
voc αμβλάβραμες
acc αμβλάβραμονες αμβλάβραμουσες αμβλάβραμηνσι
gen αμβλάβραμις αμβλάβραμονες αμβλάβραμησσι αμβλάβραμονσι αμβλάβραμιδ αμβλάβραμονεδ