Contionary:αναλιζέτι

Oltic

Etymology

From French analyser

Pronunciation

Verb

αναλιζέτι (analizéti) (Cyrillic spelling анализети)

  1. to analyze
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
αναλιζέτι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres αναλιζού αναλιζέσι αναλιζέτι αναλιζόμου αναλιζέτε αναλιζόντι αναλιζόντος αναλιζϝός
pst.pfv αναλιστού αναλιστές αναλίστ αναλιστόμου αναλιστέτε αναλιστόν αναλιζόμνος
pst.ipfv αναλιζένεν αναλιζίτου αναλιζέ αναλιζέμες αναλιζέτες αναλιζέντες
fut.pfv αναλιζήν αναλιζήσι αναλιζήτι αναλιζήμες αναλιζήτε αναλιζήντι
fut.ipfv αναλιζήτεν αναλιζήτεσι αναλιζήτετι αναλιζήτεμες αναλιζήτετε αναλιζήτεντι
mid pres αναλιζού αναλιζέτα αναλιζέτο αναλιζόμο αναλιζέϝε αναλιζόντο αναλιζέτιος
pst.pfv αναλιστό αναλιστούνς αναλιστός αναλιστούος
pst.ipfv αναλιζέτει αναλιζέντις αναλιζζός
fut.pfv αναλιζή αναλιζήτα αναλιζήτο αναλιζήμο αναλιζήϝε αναλιζήντο
fut.ipfv αναλιζήτε αναλιζήτετα αναλιζήτετο αναλιζήτεμο αναλιζήτεϝε αναλιζήτεντο
imp act αναλιζί αναλιζέτις
mid αναλιζέτα αναλιζέϝε