Contionary:ανσέντος

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic ανσεντος, from Old Oltic ανσεντους, from Ancient Greek ἄπορος (áporos)

Pronunciation

Adjective

ανσέντος (anséntos) (Cyrillic spelling ансендос)

  1. difficult, hard
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
ανσέντος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom ανσέντος ανσέντοι ανσέντη ανσέντης ανσέντον ανσέντη
voc ανσέντε
acc ανσέντον ανσέντους ανσέντην
gen ανσέντι ανσέντον ανσέντης ανσέντον ανσέντι ανσέντον
indef nom ανσέντοσες ανσέντοις ανσέντησι ανσέντησσι ανσέντονεδ ανσέντηδ
voc ανσέντες
acc ανσέντονες ανσέντουσες ανσέντηνσι
gen ανσέντις ανσέντονες ανσέντησσι ανσέντονσι ανσέντιδ ανσέντονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom ανσέντιος ανσέντιοι ανσέντιη ανσέντιης ανσέντιον ανσέντιη
voc ανσέντιε
acc ανσέντιον ανσέντιους ανσέντιην
gen ανσέντιι ανσέντιον ανσέντιης ανσέντιον ανσέντιι ανσέντιον
indef nom ανσέντιοσες ανσέντιοις ανσέντιησι ανσέντιησσι ανσέντιονεδ ανσέντιηδ
voc ανσέντιες
acc ανσέντιονες ανσέντιουσες ανσέντιηνσι
gen ανσέντιις ανσέντιονες ανσέντιησσι ανσέντιονσι ανσέντιιδ ανσέντιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom ανσένταμος ανσένταμοι ανσένταμη ανσένταμης ανσένταμον ανσένταμη
voc ανσένταμε
acc ανσένταμον ανσένταμους ανσένταμην
gen ανσένταμι ανσένταμον ανσένταμης ανσένταμον ανσένταμι ανσένταμον
indef nom ανσένταμοσες ανσένταμοις ανσένταμησι ανσένταμησσι ανσένταμονεδ ανσένταμηδ
voc ανσένταμες
acc ανσένταμονες ανσένταμουσες ανσένταμηνσι
gen ανσένταμις ανσένταμονες ανσένταμησσι ανσένταμονσι ανσένταμιδ ανσένταμονεδ

Derived terms