Contionary:ανσεμιχιός

Oltic

Etymology

From Romanian se mișca + αν-

Pronunciation

Adjective

ανσεμιχιός (ansemichiós) (Cyrillic spelling ансемишос)

  1. uneasy, disturbing
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
ανσεμιχιός declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom ανσεμιχιός ανσεμιχιοί ανσεμιχιή ανσεμιχιής ανσεμιχιόν ανσεμιχιή
voc ανσεμιχιέ
acc ανσεμιχιόν ανσεμιχιούς ανσεμιχιήν
gen ανσεμιχιί ανσεμιχιόν ανσεμιχιής ανσεμιχιόν ανσεμιχιί ανσεμιχιόν
indef nom ανσεμιχιόσες ανσεμιχιοίς ανσεμιχιήσι ανσεμιχιήσσι ανσεμιχιόνεδ ανσεμιχιήδ
voc ανσεμιχιές
acc ανσεμιχιόνες ανσεμιχιούσες ανσεμιχιήνσι
gen ανσεμιχιίς ανσεμιχιόνες ανσεμιχιήσσι ανσεμιχιόνσι ανσεμιχιίδ ανσεμιχιόνεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom ανσεμιχιιός ανσεμιχιιοί ανσεμιχιιή ανσεμιχιιής ανσεμιχιιόν ανσεμιχιιή
voc ανσεμιχιιέ
acc ανσεμιχιιόν ανσεμιχιιούς ανσεμιχιιήν
gen ανσεμιχιιί ανσεμιχιιόν ανσεμιχιιής ανσεμιχιιόν ανσεμιχιιί ανσεμιχιιόν
indef nom ανσεμιχιιόσες ανσεμιχιιοίς ανσεμιχιιήσι ανσεμιχιιήσσι ανσεμιχιιόνεδ ανσεμιχιιήδ
voc ανσεμιχιιές
acc ανσεμιχιιόνες ανσεμιχιιούσες ανσεμιχιιήνσι
gen ανσεμιχιιίς ανσεμιχιιόνες ανσεμιχιιήσσι ανσεμιχιιόνσι ανσεμιχιιίδ ανσεμιχιιόνεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom ανσεμιχιμός ανσεμιχιμοί ανσεμιχιμή ανσεμιχιμής ανσεμιχιμόν ανσεμιχιμή
voc ανσεμιχιμέ
acc ανσεμιχιμόν ανσεμιχιμούς ανσεμιχιμήν
gen ανσεμιχιμί ανσεμιχιμόν ανσεμιχιμής ανσεμιχιμόν ανσεμιχιμί ανσεμιχιμόν
indef nom ανσεμιχιμόσες ανσεμιχιμοίς ανσεμιχιμήσι ανσεμιχιμήσσι ανσεμιχιμόνεδ ανσεμιχιμήδ
voc ανσεμιχιμές
acc ανσεμιχιμόνες ανσεμιχιμούσες ανσεμιχιμήνσι
gen ανσεμιχιμίς ανσεμιχιμόνες ανσεμιχιμήσσι ανσεμιχιμόνσι ανσεμιχιμίδ ανσεμιχιμόνεδ