Contionary:ανσοῦγνηϝος

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

αν- (an-) +‎ σοῦγνηϝος (sou͂gnēwos)

Pronunciation

  • IPA(key): [ɐnsûɲɛɣʷo̞s]

Adjective

ανσοῦγνηϝος (ansou͂gnēwos) (Cyrillic spelling ансуњѣгвос)

  1. unhappy, displeased, discontented
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
ανσοῦγνηϝος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom ανσοῦγνηϝος ανσοῦγνηϝοι ανσοῦγνηϝη ανσοῦγνηϝης ανσοῦγνηϝον ανσοῦγνηϝη
voc ανσοῦγνηϝε
acc ανσοῦγνηϝον ανσοῦγνηϝους ανσοῦγνηϝην
gen ανσοῦγνηϝι ανσοῦγνηϝον ανσοῦγνηϝης ανσοῦγνηϝον ανσοῦγνηϝι ανσοῦγνηϝον
indef nom ανσοῦγνηϝοσες ανσοῦγνηϝοις ανσοῦγνηϝησι ανσοῦγνηϝησσι ανσοῦγνηϝονεδ ανσοῦγνηϝηδ
voc ανσοῦγνηϝες
acc ανσοῦγνηϝονες ανσοῦγνηϝουσες ανσοῦγνηϝηνσι
gen ανσοῦγνηϝις ανσοῦγνηϝονες ανσοῦγνηϝησσι ανσοῦγνηϝονσι ανσοῦγνηϝιδ ανσοῦγνηϝονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom ανσοῦγνηϝιος ανσοῦγνηϝιοι ανσοῦγνηϝιη ανσοῦγνηϝιης ανσοῦγνηϝιον ανσοῦγνηϝιη
voc ανσοῦγνηϝιε
acc ανσοῦγνηϝιον ανσοῦγνηϝιους ανσοῦγνηϝιην
gen ανσοῦγνηϝιι ανσοῦγνηϝιον ανσοῦγνηϝιης ανσοῦγνηϝιον ανσοῦγνηϝιι ανσοῦγνηϝιον
indef nom ανσοῦγνηϝιοσες ανσοῦγνηϝιοις ανσοῦγνηϝιησι ανσοῦγνηϝιησσι ανσοῦγνηϝιονεδ ανσοῦγνηϝιηδ
voc ανσοῦγνηϝιες
acc ανσοῦγνηϝιονες ανσοῦγνηϝιουσες ανσοῦγνηϝιηνσι
gen ανσοῦγνηϝιις ανσοῦγνηϝιονες ανσοῦγνηϝιησσι ανσοῦγνηϝιονσι ανσοῦγνηϝιιδ ανσοῦγνηϝιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom ανσοῦγνηϝαμος ανσοῦγνηϝαμοι ανσοῦγνηϝαμη ανσοῦγνηϝαμης ανσοῦγνηϝαμον ανσοῦγνηϝαμη
voc ανσοῦγνηϝαμε
acc ανσοῦγνηϝαμον ανσοῦγνηϝαμους ανσοῦγνηϝαμην
gen ανσοῦγνηϝαμι ανσοῦγνηϝαμον ανσοῦγνηϝαμης ανσοῦγνηϝαμον ανσοῦγνηϝαμι ανσοῦγνηϝαμον
indef nom ανσοῦγνηϝαμοσες ανσοῦγνηϝαμοις ανσοῦγνηϝαμησι ανσοῦγνηϝαμησσι ανσοῦγνηϝαμονεδ ανσοῦγνηϝαμηδ
voc ανσοῦγνηϝαμες
acc ανσοῦγνηϝαμονες ανσοῦγνηϝαμουσες ανσοῦγνηϝαμηνσι
gen ανσοῦγνηϝαμις ανσοῦγνηϝαμονες ανσοῦγνηϝαμησσι ανσοῦγνηϝαμονσι ανσοῦγνηϝαμιδ ανσοῦγνηϝαμονεδ