Contionary:ανσῆσκος

Oltic

Etymology

From Middle Oltic ανσησκος, from Old Oltic ανσηͳηκος, from Proto-Celtic *ansāssākos (see *an- and *sātis), from Proto-Indo-European *ne*seh₂-

Pronunciation

Adjective

ανσῆσκος (ansē͂skos) (Cyrillic spelling ансѣскос)

  1. unsatisfactory, unsatisfying, unconfortable, inconvenient
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
ανσῆσκος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom ανσῆσκος ανσῆσκοι ανσῆσκη ανσῆσκης ανσῆσκον ανσῆσκη
voc ανσῆσκε
acc ανσῆσκον ανσῆσκους ανσῆσκην
gen ανσῆσκι ανσῆσκον ανσῆσκης ανσῆσκον ανσῆσκι ανσῆσκον
indef nom ανσῆσκοσες ανσῆσκοις ανσῆσκησι ανσῆσκησσι ανσῆσκονεδ ανσῆσκηδ
voc ανσῆσκες
acc ανσῆσκονες ανσῆσκουσες ανσῆσκηνσι
gen ανσῆσκις ανσῆσκονες ανσῆσκησσι ανσῆσκονσι ανσῆσκιδ ανσῆσκονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom ανσῆσκιος ανσῆσκιοι ανσῆσκιη ανσῆσκιης ανσῆσκιον ανσῆσκιη
voc ανσῆσκιε
acc ανσῆσκιον ανσῆσκιους ανσῆσκιην
gen ανσῆσκιι ανσῆσκιον ανσῆσκιης ανσῆσκιον ανσῆσκιι ανσῆσκιον
indef nom ανσῆσκιοσες ανσῆσκιοις ανσῆσκιησι ανσῆσκιησσι ανσῆσκιονεδ ανσῆσκιηδ
voc ανσῆσκιες
acc ανσῆσκιονες ανσῆσκιουσες ανσῆσκιηνσι
gen ανσῆσκιις ανσῆσκιονες ανσῆσκιησσι ανσῆσκιονσι ανσῆσκιιδ ανσῆσκιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom ανσῆσκαμος ανσῆσκαμοι ανσῆσκαμη ανσῆσκαμης ανσῆσκαμον ανσῆσκαμη
voc ανσῆσκαμε
acc ανσῆσκαμον ανσῆσκαμους ανσῆσκαμην
gen ανσῆσκαμι ανσῆσκαμον ανσῆσκαμης ανσῆσκαμον ανσῆσκαμι ανσῆσκαμον
indef nom ανσῆσκαμοσες ανσῆσκαμοις ανσῆσκαμησι ανσῆσκαμησσι ανσῆσκαμονεδ ανσῆσκαμηδ
voc ανσῆσκαμες
acc ανσῆσκαμονες ανσῆσκαμουσες ανσῆσκαμηνσι
gen ανσῆσκαμις ανσῆσκαμονες ανσῆσκαμησσι ανσῆσκαμονσι ανσῆσκαμιδ ανσῆσκαμονεδ