Contionary:απόκρυφος

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Greek απόκρυφος (apókryfos)

Pronunciation

Adjective

απόκρυφος (apókryfos) (Cyrillic spelling апокрифос)

  1. occult, mystic, arcane
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
απόκρυφος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom απόκρυφος απόκρυφοι απόκρυφη απόκρυφης απόκρυφον απόκρυφη
voc απόκρυφε
acc απόκρυφον απόκρυφους απόκρυφην
gen απόκρυφι απόκρυφον απόκρυφης απόκρυφον απόκρυφι απόκρυφον
indef nom απόκρυφοσες απόκρυφοις απόκρυφησι απόκρυφησσι απόκρυφονεδ απόκρυφηδ
voc απόκρυφες
acc απόκρυφονες απόκρυφουσες απόκρυφηνσι
gen απόκρυφις απόκρυφονες απόκρυφησσι απόκρυφονσι απόκρυφιδ απόκρυφονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom απόκρυφιος απόκρυφιοι απόκρυφιη απόκρυφιης απόκρυφιον απόκρυφιη
voc απόκρυφιε
acc απόκρυφιον απόκρυφιους απόκρυφιην
gen απόκρυφιι απόκρυφιον απόκρυφιης απόκρυφιον απόκρυφιι απόκρυφιον
indef nom απόκρυφιοσες απόκρυφιοις απόκρυφιησι απόκρυφιησσι απόκρυφιονεδ απόκρυφιηδ
voc απόκρυφιες
acc απόκρυφιονες απόκρυφιουσες απόκρυφιηνσι
gen απόκρυφιις απόκρυφιονες απόκρυφιησσι απόκρυφιονσι απόκρυφιιδ απόκρυφιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom απόκρυφαμος απόκρυφαμοι απόκρυφαμη απόκρυφαμης απόκρυφαμον απόκρυφαμη
voc απόκρυφαμε
acc απόκρυφαμον απόκρυφαμους απόκρυφαμην
gen απόκρυφαμι απόκρυφαμον απόκρυφαμης απόκρυφαμον απόκρυφαμι απόκρυφαμον
indef nom απόκρυφαμοσες απόκρυφαμοις απόκρυφαμησι απόκρυφαμησσι απόκρυφαμονεδ απόκρυφαμηδ
voc απόκρυφαμες
acc απόκρυφαμονες απόκρυφαμουσες απόκρυφαμηνσι
gen απόκρυφαμις απόκρυφαμονες απόκρυφαμησσι απόκρυφαμονσι απόκρυφαμιδ απόκρυφαμονεδ