Contionary:βλούτος

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic βουλτος, from Old Oltic βουλατος, from Proto-Celtic *bulatos

Pronunciation

Adjective

βλούτος (vloútos) (Cyrillic spelling влутос)

  1. fragrant, stinking
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
βλούτος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom βλούτος βλούτοι βλούτη βλούτης βλούτον βλούτη
voc βλούτε
acc βλούτον βλούτους βλούτην
gen βλούτι βλούτον βλούτης βλούτον βλούτι βλούτον
indef nom βλούτοσες βλούτοις βλούτησι βλούτησσι βλούτονεδ βλούτηδ
voc βλούτες
acc βλούτονες βλούτουσες βλούτηνσι
gen βλούτις βλούτονες βλούτησσι βλούτονσι βλούτιδ βλούτονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom βλούτιος βλούτιοι βλούτιη βλούτιης βλούτιον βλούτιη
voc βλούτιε
acc βλούτιον βλούτιους βλούτιην
gen βλούτιι βλούτιον βλούτιης βλούτιον βλούτιι βλούτιον
indef nom βλούτιοσες βλούτιοις βλούτιησι βλούτιησσι βλούτιονεδ βλούτιηδ
voc βλούτιες
acc βλούτιονες βλούτιουσες βλούτιηνσι
gen βλούτιις βλούτιονες βλούτιησσι βλούτιονσι βλούτιιδ βλούτιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom βλούταμος βλούταμοι βλούταμη βλούταμης βλούταμον βλούταμη
voc βλούταμε
acc βλούταμον βλούταμους βλούταμην
gen βλούταμι βλούταμον βλούταμης βλούταμον βλούταμι βλούταμον
indef nom βλούταμοσες βλούταμοις βλούταμησι βλούταμησσι βλούταμονεδ βλούταμηδ
voc βλούταμες
acc βλούταμονες βλούταμουσες βλούταμηνσι
gen βλούταμις βλούταμονες βλούταμησσι βλούταμονσι βλούταμιδ βλούταμονεδ