Contionary:βούγγετι

Oltic

Etymology

From Middle Oltic βουγγετι, from Old Oltic βουγγετι, from Proto-Celtic *bungeti, from Proto-Indo-European *bʰewgʰ-

Pronunciation

Verb

βούγγετι (voúngeti) (future stem βῖβουχ-, Cyrillic spelling вуђети)

  1. to crack
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
βούγγετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres βούγγου βούγγεσι βούγγετι βούγγομου βούγγετε βούγγοντι βούγγοντος βούγγϝος
pst.pfv βούγκτου βούγκτες βούγκτ βούγκτομου βούγκτετε βούγκτον βούγγομνος
pst.ipfv βούγγενεν βούγγιτου βούγγε βούγγεμες βούγγετες βούγγεντες
fut.pfv βῖβουχην βῖβουχησι βῖβουχητι βῖβουχημες βῖβουχητε βῖβουχηντι
fut.ipfv βῖβουχητεν βῖβουχητεσι βῖβουχητετι βῖβουχητεμες βῖβουχητετε βῖβουχητεντι
mid pres βούγγου βούγγετα βούγγετο βούγγομο βούγγεϝε βούγγοντο βούγγετιος
pst.pfv βούγκτο βούγκτουνς βούγκτος βούγκτουος
pst.ipfv βούγγετει βούγγεντις βούγγζος
fut.pfv βῖβουχη βῖβουχητα βῖβουχητο βῖβουχημο βῖβουχηϝε βῖβουχηντο
fut.ipfv βῖβουχητε βῖβουχητετα βῖβουχητετο βῖβουχητεμο βῖβουχητεϝε βῖβουχητεντο
imp act βούγγι βούγγετις
mid βούγγετα βούγγεϝε