Contionary:βράζετι

Oltic

Etymology

From Middle Oltic βραζετι, from Old Oltic βραζετι, from Proto-Celtic *bragyeti, from Proto-Indo-European *bʰreHg-

Pronunciation

Verb

βράζετι (vrázeti) (future stem βίβραξ-, Cyrillic spelling вразети)

  1. to fart, to flatulate
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
βράζετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres βράζου βράζεσι βράζετι βράζομου βράζετε βράζοντι βράζοντος βράζϝος
pst.pfv βράκτου βράκτες βράκτ βράκτομου βράκτετε βράκτον βράζομνος
pst.ipfv βράζενεν βράζιτου βράζε βράζεμες βράζετες βράζεντες
fut.pfv βίβραξην βίβραξησι βίβραξητι βίβραξημες βίβραξητε βίβραξηντι
fut.ipfv βίβραξητεν βίβραξητεσι βίβραξητετι βίβραξητεμες βίβραξητετε βίβραξητεντι
mid pres βράζου βράζετα βράζετο βράζομο βράζεϝε βράζοντο βράζετιος
pst.pfv βράκτο βράκτουνς βράκτος βράκτουος
pst.ipfv βράζετει βράζεντις βράζος
fut.pfv βίβραξη βίβραξητα βίβραξητο βίβραξημο βίβραξηϝε βίβραξηντο
fut.ipfv βίβραξητε βίβραξητετα βίβραξητετο βίβραξητεμο βίβραξητεϝε βίβραξητεντο
imp act βράζι βράζετις
mid βράζετα βράζεϝε